Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017
ΜΑΡΙΛΙΖΑ ΞΕΝΟΓΙΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΑΡΙΛΙΖΑ ΞΕΝΟΓΙΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963 και είναι Δικηγόρος. Είναι πρώην Υπουργός Υγείας(2009-2010), Aν. Υπουργός Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις(2010-2012)και Βουλευτής Β΄ Αθήνας (2007-2012). Διετέλεσε επίσης Ευρωβουλευτής(2004-2007) και Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ(2005-2006).
Παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Παπαδήμου στις 10-2-2012 γιατί διαφώνησε με το δεύτερο Μνημόνιο, το οποίο καταψήφισε στη Βουλή και διεγράφη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ.

Την 1η Νοεμβρίου 2012 αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ με επιστολή της προς τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο λόγω διαφωνίας της με τα νέα μέτρα και τη συνολική πολιτική κατεύθυνση του κόμματος.


Η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Κατάγεται από την Κεφαλλονιά και τη Μεσσηνία. Είναι δικηγόρος. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο-Συνταγματικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I).
Από τα μαθητικά της κιόλας χρόνια ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της υπήρξε ενεργό μέλος της ΠΑΣΠ και της Νεολαίας του ΠΑΣΟΚ (1980-1985) και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου των φοιτητών της Νομικής (1982-1983). Ως μέλος του Γραφείου Διεθνών Σχέσεων της Επιτροπής Νεολαίας του ΠΑΣΟΚ, είχε την ευκαιρία να εκπροσωπήσει το Κίνημα σε πλήθος διεθνών διοργανώσεων (1983-1985)
Το 1986 ξεκίνησε να εργάζεται ως Επιστημονικός Συνεργάτης της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ στα επόμενα χρόνια, ο Ανδρέας Παπανδρέου την εμπιστεύτηκε για τη θέση του Εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ στο Προεδρείο της Ένωσης Ευρωπαϊκών Σοσιαλιστικών Κομμάτων (1989-1991) και στην Σοσιαλιστική Διεθνή (1990-1992). Από το 1991 έως το 1995 εργάστηκε ως μέλος της Πολιτικής Γραμματείας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη συνέχεια ορίστηκε Αναπληρώτρια Διευθύντρια του γραφείου του Έλληνα Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες (1995-1999)
Από το 2002 έως τις εκλογές του Μαρτίου του 2004, διετέλεσε Γενική Γραμματέας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για την στήριξη των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, την ενίσχυση της εποπτείας και τη διαφάνεια των τιμών στην αγορά, την ένταξη του εμπορίου στα Ευρωπαϊκά προγράμματα, το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο των Λαϊκών Αγορών και την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών. Είχε την ευθύνη του συντονισμού των πολιτικών του Υπουργείου Ανάπτυξης στην Ελληνική Προεδρία στην Ε.Ε. το 2003.
Στη μακρά κομματική της διαδρομή, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου διετέλεσε, επίσης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ (1994-2005) και του Εθνικού Συμβουλίου (2005-2012), μέλος του Τομέα Διεθνών Σχέσεων (1985-1999) και αναπληρώτρια Γραμματέας του Τομέα Αυτοδιοίκησης του Κινήματος (1999-2005).
Στις Ευρωεκλογές του 2004 εκλέχτηκε Ευρωβουλευτής και ανέλαβε επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο . Συμμετείχε στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Προϋπολογισμού, Ελέγχου Προϋπολογισμού, Ενέργειας- Βιομηχανίας και Έρευνας και στην Ειδική Επιτροπή για τις Νέες Δημοσιονομικές Προοπτικές της Ε.Ε. Ήταν εισηγήτρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της Έκθεσης για την Απαλλαγή της οικονομικής χρήσης 2003 της Ε.Ε. και εισηγήτρια της χρηματοδότησης του 7ου Προγράμματος Πλαίσιο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης της Ε.Ε.
Στις 16 Μαρτίου του 2005, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου εξελέγη ως η πρώτη γυναίκα Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ και παρέμεινε σε αυτήν τη θέση μέχρι το Δεκέμβριο του 2006. Ως Γραμματέας, εργάστηκε μεθοδικά για την πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ την περίοδο της αντιπολίτευσης και για τη μάχη των Δημοτικών και Νομαρχιακών Εκλογών τον Οκτώβρη του 2006. Το Δεκέμβριο του 2006, το Εθνικό Συμβούλιο, αναγνωρίζοντας το έργο και την προσφορά της, την εξέλεξε πρώτη σε ψήφους στο Πολιτικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ. Ως μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου, είχε την ευθύνη διοργάνωσης του Προγραμματικού Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, το Μάιο του 2007.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2007 εκλέχθηκε για πρώτη φορά Βουλευτής στη Β΄ Αθήνας. Στις 25 Νοεμβρίου 2007 και μέχρι τη διεξαγωγή του 8ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ (13-16 Μαρτίου 2008), ορίσθηκε μέλος της Γραμματείας της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίου (ΚΟΕΣ), εισηγήτρια για το νέο Καταστατικό του Κινήματος και μέλος του Πολιτικού Συντονιστικού Οργάνου του ΠΑΣΟΚ υπεύθυνη για την Κοινωνική Πολιτική. Στις 21 Μαρτίου 2008, στην 1η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου μετά το 8ο Συνέδριο του Κινήματος, επανεκλέχτηκε μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ και ορίσθηκε υπεύθυνη για το Κυβερνητικό Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ.
Στις 4 Οκτωβρίου 2009 επανεκλέχθηκε Βουλευτής Β’ Αθήνας του ΠΑΣΟΚ.

Από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2010 διετέλεσε Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Ως Υπουργός Υγείας (2009-2010) εργάστηκε για την αναβάθμιση και την κατοχύρωση του ΕΣΥ:

Για την αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας για όλους τους πολίτες, με ειδική μέριμνα για τις υποβαθμισμένες περιοχές και τα νησιά

Καθιέρωσε την Ολοήμερη λειτουργία των Νοσοκομείων

Θέσπισε κίνητρα για την παρουσία γιατρών στα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές

Άνοιξε 84 κρεβάτια Μονάδων Εντατικής Θεραπείας

Καθιέρωσε το θεσμό του εθελοντισμού στο ΕΣΥ

Απλούστευσε και επιτάχυνε μέσω ΑΣΕΠ την διαδικασία πρόσληψης νοσηλευτικού προσωπικού

Για την κατοχύρωση του δημόσιου συμφέροντος στην υγεία, μέσα από τον εξορθολογισμό, τη διαφάνεια και τον έλεγχο στη λειτουργία του ΕΣΥ

Θέσπισε το Ηλεκτρονικό Παρατηρητήριο Τιμών για την προμήθεια αναλώσιμων υλικών

Θέσπισε τους ηλεκτρονικούς διαγωνισμούς προμηθειών και υλοποίησε για πρώτη φορά ετήσιο προγραμματισμό προμηθειών

Επανέφερε τη λίστα φαρμάκων και καθιέρωσε διαγωνισμούς για την προμήθεια φαρμάκων στα νοσοκομεία του ΕΣΥ με βάση τη δραστική ουσία

Προχώρησε στη μηνιαία καταγραφή και απόδοση λογαριασμού από τα νοσοκομεία για τον αποτελεσματικό έλεγχο των δαπανών τους

Ενίσχυσε τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και τις διαδικασίες εποπτείας

Ρύθμισε τα χρέη των νοσοκομείων της περιόδου 2005-2009 με τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και μεγάλη έκπτωση (άνω των 15%) υπέρ του δημοσίου


Στις 7 Σεπτεμβρίου 2010 ανέλαβε Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών υπεύθυνη για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις και παρέμεινε σ’ αυτήν τη θέση έως τις 10 Φεβρουαρίου 2012 που παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Παπαδήμου λόγω της διαφωνίας της με τις ρυθμίσεις του δεύτερου Μνημονίου και ιδιαίτερα όσον αφορά στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και στα εργασιακά δικαιώματα.

Ως αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών συνέβαλε:

Στην προώθηση της υπόθεσης του ευρωομολόγου

Στο σχεδιασμό ευρωπαϊκών μέτρων για την αντιμετώπιση της ύφεσης, με έμφαση στην ανάπτυξη και στην απασχόληση

Στην κατοχύρωση, σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο, των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων

Στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής συμμετοχής στη χρηματοδότηση από τα Διαρθρωτικά Ταμεία στις χώρες που δοκιμάζονται

Στη διαμόρφωση συμμαχιών με τις χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης προκειμένου να κατοχυρωθούν οι αναγκαίες πιστώσεις προς την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της περιφέρειας, για την περίοδο 2014-2020


Καταψήφισε στη Βουλή το δεύτερο Μνημόνιο στις 12 Φεβρουαρίου 2012, διεγράφη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, και δεν ψήφισε τη νέα Δανειακή Σύμβαση.

Εντάχθηκε στο ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ της Β’ Αθήνας στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012 υποστηρίζοντας την ανάγκη σχηματισμού μιας προοδευτικής κυβέρνησης μετά τις εκλογές για την επαναδιαπραγμάτευση της Δανειακής Σύμβασης.

Με επιστολή της στον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο την 1η Νοεμβρίου 2012 αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ εκφράζοντας την διαφωνία της με τα νέα μέτρα, την πολιτική της κυβέρνησης συνεργασίας και τη συνολική πολιτική του κόμματος.
ΜΑΡΙΛΙΖΑ ΞΕΝΟΓΙΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
κινδυνοσ εκτροπησ τησ ευρωπησ …

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ …

Η πορεία της Ευρώπης καθορίζεται από την κρίση  που βιώνουμε και την επιβολή του μονόδρομου, που έχει οδηγήσει σε συνθήκες εκτροπής σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές αρχές και καλλιεργεί το έδαφος για την εμφάνιση του νέου φασισμού. Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι αλήθεια ότι βασίσθηκε στην Αγορά και στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ταυτίσθηκε με την ψυχροπολεμική διαίρεση της Ευρώπης.

Υπήρξε όμως στη βασική της σύλληψη ένα πολιτικό σχέδιο ειρηνικής συμβίωσης, γεωπολιτικής σταθερότητας, αποτροπής νέων ολέθριων ηγεμονισμών και κοινής ευημερίας για τους ευρωπαϊκούς λαούς, μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Σταδιακά, από τη δεκαετία του ’70, αναπτύχθηκε ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Συμβόλαιο με κοινά αποδεκτές πολιτικές και κοινωνικές αρχές, θεσμικές σταθερές και μηχανισμούς εξισορρόπησης ανάμεσα στα κράτη- μέλη, τις πολιτικές, τα οικονομικά συμφέροντα και τις κοινωνικές διεκδικήσεις, το οποίο αποτυπώθηκε  στις Συνθήκες, αποτελώντας το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο.
Οι αρχές  αυτές άρχισαν να αποδυναμώνονται στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με την επικράτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, κλονίσθηκαν σημαντικά μετά τη μεγάλη διεύρυνση της Ε.Ε. προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, την Κύπρο και τη Μάλτα, καθώς δεν υπήρξαν οι αναγκαίες συνοδευτικές  πολιτικές, και τελικά παραβιάσθηκαν ανοικτά μετά την εκδήλωση της κρίσης το 2008.

Καταρχάς παραβιάσθηκε η αρχή ότι η διεύρυνση της Ε.Ε. συνοδεύεται από την εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ότι  η εξέλιξη της Εσωτερικής Αγοράς συνοδεύεται με την ενίσχυση των πολιτικών της Συνοχής. Είναι ενδεικτικό ότι ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός σήμερα των 28 κρατών-μελών είναι μικρότερος από τον αντίστοιχο της Ε.Ε. των 15 κρατών –μελών, εις βάρος των αναπτυξιακών και κοινωνικών πολιτικών. Επίσης, ενώ η Συνθήκη της Ε.Ε. ρητά αναφέρει την κατοχύρωση της αρχής της δημόσιας υπηρεσίας  και του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς, στην πράξη επιβάλλονται με ισοπεδωτικό τρόπο ιδιωτικοποιήσεις και καταλύεται το Κοινωνικό κράτος.

Η εξέλιξη της ΟΝΕ έγινε με ανισόρροπο τρόπο ανάμεσα στο νομισματικό και οικονομικό της σκέλος, ενώ αποδυναμώθηκε η αρχή ότι η εξέλιξη της πρέπει να συμβαδίζει με την τη σύγκλιση των επιπέδων ανάπτυξης των κρατών-μελών της. Η κρίση αποκάλυψε τα δομικά ελλείμματα της Ευρωζώνης, ενώ η προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης της τα τελευταία χρόνια γίνεται με μονόπλευρο τρόπο,  θεσμοθετώντας την περιοριστική μονόπλευρη πολιτική που έχει επιβληθεί με τα Μνημόνια.

Το δημοκρατικό έλλειμμα εντός της Ε.Ε. διευρύνεται, καθώς δεν αφορά πλέον μόνο την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και τον δημοκρατικό έλεγχο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο σε σχέση με τις αρμοδιότητες που μεταφέρονται από τα κράτη- μέλη και το θεσμικό ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων. Αφορά κυρίως στην επικράτηση των Αγορών και των Τραπεζών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στην αποδυνάμωση των Εθνικών Κοινοβουλίων μέσα από την επιβολή   του μονόδρομου στην αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και στη σταδιακή αποδυνάμωση των Ευρωπαϊκών Θεσμικών Οργάνων.

Η  κατάφορη παραβίαση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και η υπονόμευση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων συνιστά εκτροπή σε Ευρωπαϊκό επίπεδο που υποσκάπτει την ίδια την ενότητα, την αποτελεσματικότητα και την προοπτική της Ευρωζώνης και συνολικά της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Ευρώπη είτε θα αλλάξει και θα ξαναβρεί τη δυναμική της προοπτικής της, είτε θα διολισθαίνει στην παρακμή και σε ανυπέρβλητη υπαρξιακή κρίση. Δυστυχώς η Ιστορία έχει δείξει ότι δεν κινείται μόνο ευθύγραμμα, αλλά σε περιόδους κρίσης γίνονται πισωγυρίσματα με ολέθριες συνέπειες για τις χώρες και τους λαούς. Η Ευρώπη μόνο αν ξαναβρεί τις αρχές της και αλλάξει κατεύθυνση έχει μέλλον. Στο ερώτημα αν σήμερα χρειάζεται η Ευρώπη, η απάντηση είναι ότι χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, αλλά μια άλλη Ευρώπη. Σε αυτήν την περίοδο της παγκοσμιοποίησης των αγορών, της ενημέρωσης και των τεχνολογιών, χρειάζεται μια Ευρώπη ως δύναμη ειρήνης, συνεργασίας, οικονομικής και κοινωνικής εξισορρόπησης, ως παράγοντας διασφάλισης της Δημοκρατίας και του περιβάλλοντος απέναντι στην παντοκρατορία των Πολυεθνικών και των συμφερόντων τους. Μια Ευρώπη ισχυρή δύναμη επιβολής του διεθνούς δικαίου και της αλληλεγγύης σε έναν πολυπολικό κόσμο. Μια Ευρώπη βιώσιμης ανάπτυξης, κοινωνικής δικαιοσύνης, συνοχής και κοινής ευημερίας για τους λαούς της.

Στο κρίσιμο ερώτημα  αν είναι εφικτή σήμερα αυτή η αλλαγή, η απάντηση είναι ναι. Είναι εφικτή, δύσκολη σίγουρα, αλλά αναγκαία. Προϋποθέτει μια διπλή μάχη σε Ευρωπαϊκό και  εθνικό επίπεδο για την αλλαγή του Ευρωπαϊκού πλαισίου πολιτικής και μια νέα σθεναρή και συγκροτημένη διαπραγμάτευση για τη χώρα μας. Απαιτείται ένα ευρύ προοδευτικό μέτωπο Αλλαγής , συνειδητό εσωτερικό  κοινωνικό μέτωπο, στρατηγική και συμμαχίες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η χώρα μας μπορεί να αποτελέσει καταλύτη ευρύτερων Ευρωπαϊκών εξελίξεων και αλλαγών.

Εξάλλου οι μεγάλες αλλαγές στην Ιστορία γίνονται από την ανάγκη των εξελίξεων, και όταν ξεκινούν συνήθως δεν είναι ορατές και φαντάζουν αδύνατες μέχρι να πραγματοποιηθούν. Ας θυμηθούμε πόσο ακλόνητη φαινόταν η ψυχροπολεμική διαίρεση της Ευρώπης και ουτοπικό το όραμα μιας Ευρώπης από τα Ουράλια έως τον Ατλαντικό μέχρι και λίγους μήνες πριν τις καταιγιστικές εξελίξεις του 1989. Έτσι και τώρα, τα γρανάζια της Ιστορίας ήδη γυρίζουν, αρκεί να ξεφύγουμε από την μοιρολατρία του φόβου και του μονόδρομου, να  πιστέψουμε και να αγωνισθούμε για τη νέα Ευρωπαϊκή Αλλαγή.