Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017
θεωρια των – κακων, σοσιαλιστικων—(συμ)παιγνιων

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ – ΚΑΚΩΝ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ—(ΣΥΜ)ΠΑΙΓΝΙΩΝ

του ΒΥΡΩΝ-ΓΙΩΡΓΗ ΔΑΒΟΥ

Είναι θαρρώ πέρα κι από προφανές, ακόμη και στον πιο άφρονα καλοπροαίρετο που θα σπεύσει να μας κατηγορήσει ως συνομωσιολόγους και καταστροφολόγους, πως επιβεβαιώνεται η θέση μας πως  η παρούσα οικονομική και συνεπακόλουθα κοινωνική, κατάσταση στην Ελλάδα δεν αποτελεί οικείο πρόβλημα.

Παρά αποτελεί μία συντεταγμένη προσπάθεια σε πανευρωπαϊκό επίπεδο για να καταλυθούν τα εργασιακά δικαιώματα, να αποσαθρωθεί κάθε εργατικό και κοινωνικό κίνημα και μέσα στον ζόφο και την ανασφάλεια να εξουθενωθεί η οποιαδήποτε προσπάθεια αντίδρασης, με πρόσχημα την κρίση.

Επιπλέον είναι σαφές, εάν όχι κοινότοπο, πως μόνον ως ευήθεια και χιμαιρικός αυτοφενακισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί να εξακολουθεί κανείς να πιστεύει πως τα επηρμένα επινίκεια που διασαλπίζει η κυβέρνηση για το επάρατο Μνημόνιο, οι έπαινοι που της στρώνουν οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ (που από την άλλη μεριά διαρκώς προτείνουν νέα μέτρα και σφίγγουν τη μέγγενη του δανεισμού), δεν αποτελούν εσκεμμένη προσπάθεια αποπροσανατολισμού της αντίδρασης και διασκευής των εξουθενωτικών αποφάσεων που έχουν προαποφασισθεί. Και για τούτην τη νομοτελειακή τροπή των δεινών εξελίξεων, που ήσαν γνωστές και δρομολογημένες από καιρού, δεν μπορεί να μας ξεγελάσουν ούτε οι δήθεν αυθόρμητες ακριτομύθειες των Γιούνκερ του εξωτερικού, ούτε τα αμετροεπή φληναφήματα των ντόπιων υπουργών για τις πολιτικές ευθύνες των αντιπάλων τους (και συνάμα συμπαικτών τους στην ίδια συμπαιγνία), ούτε οι υστερόβουλα μισαλλόδοξες και πλημμελώς μονομερείς εξεταστικές επιτροπές.

Τα πάντα ήσαν και είναι γνωστά, και οι κομπορρημοσύνες για επιτυχίες (που δανεισθήκαμε και εποπτευόμαστε με τον ίδιο τρόπο που θα το κάναμε και άνευ μνημονίου) είναι κούφες. Ο μηχανισμός στήριξης που αποφασίσθηκε με τις Βρυξέλλες και το ΔΝΤ δεν παύει να είναι ΔΑΝΕΙΟ—εξίσου επαχθές με οποιοδήποτε άλλο και στους όρους του ακόμη πιο δεσμευτικό. Γιατί η κυβέρνηση άραγε να επιμένει ακόμη πως μας έσωσε από τον υποτελειακό δανεισμό; Μήπως άραγε αυτή της η τακτική υπακούει ακόμη στην παλαιά πρακτική που ακολουθούσε στην ανάθεση των έργων (που μάλιστα ασύστολα επιδίκαζε στους σημερινούς δανειστές μας): ας πληρώσουμε περισσότερα, αρκεί να είναι οι «δικοί μας άνθρωποι»; Και πράγματι στην παρούσα συγκυρία οι δανειστές δεν είναι (μόνον) οι κακοί του ΔΝΤ, αλλά οι φιλέσπλαχνοι εταίροι μας της ΕΕ. Η αμαχητί παράδοση, ταυτίσθηκε με την επιτυχία και όλα κλείσανε. Οι θριαμβολογίες, που εναλλάσσονται με τις ιερεμειάδες, αποτελούν  μία έμμεση τρομοκρατία κι εξαναγκασμός  για ν’ αποδεχθεί η κοινή γνώμη το άφευκτο καταστροφικό μέλλον για τις ταξικές και κοινωνικές κατακτήσεις.

Ναι, μεν στα οικονομικά η πρόβλεψη είναι δύσκολη και βασίζεται πάνω απ’ όλα στη γνώση στων δεδομένων στοιχείων (data) και ν’ αξιολογείς τις συνθήκες σε βάθος χρόνου—τόσο μελλοντικού, όσο και στο παρελθόν σαν ‘ιστορία’ των μεταβολών και των ιδιαζουσών συνθηκών—και η οποιαδήποτε απόφαση βασίζεται σε τούτη την στέρεα γνώση, αλλά και στις βάσιμες και πιθανές υποθέσεις που δύνανται να εξαχθούν στα πλαίσια μίας εξελιγμένης «θεωρίας των παιγνίων», η οποία βασίζεται ακριβώς στην συλλογή, αξιολόγηση και εφαρμογή των υπαρκτών δεδομένων.

Συνεπώς, όταν η κυβέρνηση, εξακολουθητικά, ρεκάζει πως «δεν γνωρίζαμε», σημαίνει δύο τινά: είτε ήταν ανίκανη να συλλέξει, αξιολογήσει και εφαρμόσει δεδομένα, είτε απλώς είναι ανίκανη ν’ αναγνωρίζει τις οικονομικές συνθήκες, να χαράξει μία πειστικά αποτελεσματική οικονομική πολιτική βασισμένη σε πραγματικά δεδομένα και συνθήκες, αλλά πάνω σε ερασιτεχνισμούς. Εν τούτοις, η αβουλία που επέδειξε και συνεχίζει να επιδεικνύει μήπως υποκρύπτουν άλλα ελατήρια, που υπαγορεύονται από άλλα κέντρα; Η ελληνική κυβέρνηση ομολογουμένως εμφανίζεται να παίζει ένα κακό επαμφοτερίζον παιγνίδι, καθώς αφ’ ενός προφασίζεται πως δεν γνώριζε τα επερχόμενα και αφ’ ετέρου σπεύδει αμαχητί να υιοθετήσει πρακτικές που ήκιστα ταιριάζουν με το σοσιαλιστικό ένδυμά της, με πρόσχημα την κρίση και τη σωτηρία της πατρίδας. Θα τολμούσαμε να πούμε πως βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο τινά, που συνθέτουν ένα κιγκαρντεριανής διαλεκτικής ενδεχόμενο της μορφής «είτε…είτε». Είτε έδρασε εν γνώσει της υπέρ της ολετήριας λύσης της προσφυγής σε μια προαποφασισμένη στρατηγική οθνείων κέντρων, είτε απλώς υπήρξε ανάξια να μηχανευθεί μία κατάλληλη λύση.

1. Ένα ιστορικό προηγούμενο που δυστυχώς επαναλαμβάνεται.

Ουδείς στοχάσθηκε, και δυστυχώς η ιστορική αμάθειά μας αφ’ ενός και η ερμηνευτική και ερευνητική μας διάθεση αφ’ ετέρου λείπει από τη χώρα μας η οποία ρέπει παραδοσιακά προς τη λήθη, τις μεγάλες και αναπάντεχα σχεδόν ομοειδείς ομοιότητες που έχει η παρούσα οικονομική κατάσταση της καχεκτικής οικονομικά και πολιτικά Ελλάδας με την ιστορική χρεωκοπία του 1895. Είναι σαν ο τροχός της Ιστορίας να έκανε μία βόλτα και να ξανασταμάτησε σε εκείνο το σημείο: οι ίδιες συνθήκες της πολιτικής και ηθικής παρακμής, της αμετροέπειας της κυβερνώσας τάξης στη χώρα μας, η βυσσοδόμηση των αιακοστρόφων της ευρωπαϊκής πολιτικής για να υποτάξουν πλήρως την επιρρεπή Ελλάδα στον «Διεθνή Έλεγχο», οι μηχανορραφίες των ξένων κερδοσκόπων (Χάμπρο και Βλαστών) του εξωτερικού με τους ντόπιους (Συγγρό) και το διεθνές παιγνίδι με τα ελληνικά χρεώγραφα, οι τσαρλατάνικα επιπόλαιες λύσεις «à la Αργεντινής» (ναι, και τότε –οποία συγκυρία—είχε ξαναχρεωκοπήσει η λατινοαμερικάνικη χώρα, σχεδόν έναν αιώνα πριν την πρόσφατη προσάραξή της, εφαρμόζοντας αναποτελεσματικές λύσεις για το χρέος της)   όλα τούτα αποτελούνε μια ανατριχιαστική επανάληψη ήδη βιωμένων καταστάσεων, που οδήγησαν με την αδυσώπητη ακρίβειά τους και τη ραδιούργα σκοπιμότητά της στην καθυπόταξη της αδύναμης Ελλάδος στις πεδούκλες του ελέγχου. Και όσοι διασαλπίζουν πως η Ελλάδα «κέρδισε (τάχατες) με το Μνημόνιο το δικαίωμα να είναι κυρίαρχος των αποφάσεών της  και εξασφάλισε την οικονομική της διάρκεια», δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να φενακίζει το πλήθος με φρούδες ελπίδες.

Στον τοτινό πόλεμο του 1897, η Ελλάδα παίγνιο και σκεύος επιρροής των ‘Προστάτιδων Δυνάμεων’ σύρθηκε σε έναν πόλεμο, καλλίτερα ένα simulacre de guerre (πρόσχημα (κακέκτυπο) πολέμου, όπως το απεκάλεσαν)  που όλοι ομόγνωμα πιστεύουν πως υπάκουε στις διεθνείς και στις ανακτορικές/κυβερνητικές σκοπιμότητες και φιλοδοξίες. Σήμερα μάλιστα η εθελοδουλία –καθώς δεν υπάρχει όπως τότε ένας Τρικούπης να προβάλλει αντίσταση και αντίβαρο στη φρενιτιώδη πτώση—και η ατιμωτική προθυμία του «καλού μαθητή», ο οποίος μαζεύει επαίνους από τον δάσκαλο για παραδειγματισμό και σωφρονισμό των υπολοίπων, είναι ακόμη πιο προφανής και ολετήρια. Εκατό και πλέον χρόνια μετά η εθνική και σοσιαλιστική μάλιστα κυβέρνηση μας σκιαμάχησε σε ένα δικό της simulacre de guerre économique υπήκουσα στις επιταγές άλλων διεθνών κέντρων, που στόχο έχουν ευρύτερα να πλήξουν τις εργασιακές συνθήκες και να δημιουργήσουν νέες υποτέλειες, καλλιεργώντας τεχνηέντως συνθήκες οικονομικής καχεξίας, οι οποίες δόλια αρδεύουν τη γάγγραινα της κατήφειας που πνίγει τις οικονομικά στραγγαλισμένες κοινωνίες και πτοούν τις αντιδράσεις, καταστέλλοντας μέσα στον μόχθο και την αγωνία της βιοπάλης και την ασάφεια του μέλλοντος κάθε βούληση γι’ αντίσταση.

2. Διεθνείς πολιτικές συμπαιγνίες και σοσιαλιστικά αδιέξοδα

Η διαστροφή των λέξεων και των σημασιών από τα οικονομικά και πολιτικά Διευθυντήρια της Ευρώπης και του πλανήτη, δεν μπορούνε να κρύψουνε την αληθινή ραδιούργα πρόθεση του διεθνούς κεφαλαίου να δημιουργήσει, μέσα από τις συνθήκες της καταναλωτικής δυστοκίας και του κερδοσκοπικού αδιεξόδου, που το ίδιο δημιούργησε, ακόμη μία τεχνητή κρίση. Μια κρίση από την οποία θα επωφεληθεί στο έπακρο, μετακυλίνδοντας τις πρόσκαιρες απώλειες της αναγκαίας για τον μετασχηματισμό του ανανέωσης και αλλαγής της υλικοτεχνικής δομής του και του προσανατολισμού της κερδοφορίας του σε άλλους, πιο επίκαιρους, τομείς, στην αγορά της εργασίας, η οποία θα πρέπει να τροποποιηθεί η προς τα κάτω ώστε να διατηρήσει σταθερή την κερδοφορία του κεφαλαίου σε περιόδους προσαρμογής και αποτελμάτωσής του. Είναι αναμφίρρητο πως η Ελλάδα, όπως και η τωρινή κρίση στην Ιρλανδία και η μέλλουσα σε Πορτογαλία και Ισπανία, είναι το πρόσχημα για να δυναμώσει η πίεση, που είχε αρχίσει προ πολλού, στα παντοδύναμα κοινωνικά και συνδικαλιστικά κινήματα στη Γερμανία και τη Γαλλία, με εφαλτήριο την εμπειρία  των χωρών εν κινδύνω, που θα πρέπει να σταθούν πυξίδα για τα «προληπτικά» μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν πάραυτα προκειμένου να μην ολισθήσει και η δική μας χώρα προς τούτο το βάραθρο.

Πέρα από την καχεξία (morosity) της οικονομίας προωθείται και υποθάλπεται κυρίως η καχεξία του ηθικού των κοινωνικών τάξεων που υφίστανται την κρίση. Η κατήφεια και η αποκαρδίωσή τους ακυρώνουν κάθε διάθεση και κίνητρο για αντίδραση και στη θέση του αγώνα εγκαθίσταται η παραίτηση για οποιαδήποτε «μάταια» αντιπαράθεση με τις υπέρτερες δυνάμεις που (προ, και συν) αποφασίζουν.

Ποια όμως είναι και θα μπορούσε να υπάρξει κάποια αντίδραση; Τα σοσιαλ-αστικά κόμματα τολμούν να αντισταθούν σε τούτην την πλημμυρίδα; Κατ’ ουσίαν και αυτά αποδεικνύεται πως συνεργούν στις πρακτικές, αντιτάσσοντας απλώς μία σοσιαλίζουσα ρητορεία, διανθισμένη με πατριδορρήμονες δικαιολογίες. Υπάρχει μία βαθύτερη αντίθεση σε τούτα τα σοσιαλδημοκρατίζοντα κόμματα, τα οποία μολονότι εξυπηρετούν συμφέροντα παραδοσιακά, υποστηρίζουν ότι κήδονται για την ευημερία των αδυνάτων. Είναι μία σύγκρουση ανάμεσα στην ΙΣΤΟΡΙΚΗ δράση τους και στην ΣΥΓΚΥΡΙΑΚΗ λειτουργία τους. Όπως τονίζει ο Φιλίππο Βιόλα στο έργο του Η κοινωνία της αφαίρεσης (εκδ Στάχυ) μία τέτοια σύγκρουση καταλήγει να καθιστά αδρανή την ίδια την ‘προοδευτική’ δυναμική του πολιτικοοικονομικού συστήματος. Εφ’ όσον διατηρείται μία τέτοια κατάσταση, το πολιτικό σύστημα προσδιορίζεται αφ’ εαυτού ως ΜΠΛΟΚΑΡΙΣΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, γιατί δεν καταφέρνει να επιλύσει τις δομικές του ασυμβατότητες που διατρέχουν ανάμεσα στην καπιταλιστική αξιοποίηση και την κοινωνική πρόοδο».
Κατά τον ίδιον τρόπο, μόνο με ευήθεια ίσως θα μπορούσε να φανεί σήμερα η παραμικρώτερη σκέψη πως η παρούσα κυβέρνηση πάσχισε να λύσει την κρίση που στραγγαλίζει σήμερα τη χώρα και το φάσμα της αρχινά να χαράζει και πάνω απ’ ολάκερη την Ευρώπη, όχι φυσικά λόγω του ελληνικού φαινομένου, αλλά χάρις στην αταβιστική πρόθεση των οικονομικών συμφερόντων, που σήμερα ποτέ όσο άλλοτε έχουν τη δυνατότητα να καταρρακώσουν κάθε κοινωνική κατάκτηση.
Οι «εθνικές κόκκινες γραμμές» που έπρεπε να τηρηθούν και τις οποίες η κυβέρνηση επιστρατεύει ως επιχείρημα, ώφειλαν πρωτίστως να έχουν γνώμονα όχι την οικονομική, ειμή την ηθική χρεωκοπία του τόπου. Διότι, το πολύσημο ζήτημα της «αξίας», που προτασιακά το βλέπουμε να επανέρχεται με διάρκεια τους τελευταίους μήνες, είναι απαραίτητο να το αντιμετωπίζουμε όχι μόνον ως προς την οικονομική του διάσταση, σαν αξία χρήματος, ή ως αξιολόγηση της δανειοληπτικής ικανότητας, αλλά να δικαιολογείται ως ηθικό πρόταγμα και απόθεμα ηθικών αξιών. Είναι πραγματικά απαράδεκτο να δικαιολογείται η αναξιοπρέπεια της πολιτικής, οικονομικής και της κάθε «κρατούσας» κοινωνικής τάξης στον τόπο μας, με βάση την οικονομική απαξίωση.

Η προσπάθεια να χαλκευθεί μία πλασματική συναίνεση (με την αυτόβουλη προσφορά της σύνταξής τους από ‘πατριώτες’ συνταξιούχους, ή με τη σύσταση ενός γελοίου ‘ταμείου υπέρ του χρέους’), δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αρχή του overlapping consensus του Rawls, βασικό γνώμονα της νεοκαντιανής έμπνευσης κοινωνικών θεωριών, που προτάσσει την προστασία των αδυνάτων πριν από οποιαδήποτε άλλη συναινετική διαδικασία.

Πρωτεύουσα θέση (ιδίως στον αγγλοσαξωνικό χώρο, απ’ όπου αντλεί την έμπνευσή του κατ’ αποκλειστικότητα ο έλληνας πρωθυπουργός) στις όποιες θεωρίες έχουν διατυπωθεί από το 70 και δώθε για την (κοινωνική) δικαιοσύνη κατέχει η  γνωστή θεωρία του γνωστού αμερικανού φιλοσόφου J. Rawls. Βασικό στοιχείο της—καντιανού τύπου—θεωρίας του συνιστά η αναγκαιότητα οποιαδήποτε απόφαση διλημματικού χαρακτήρα για την κοινωνική ισορροπία να λαμβάνεται αποκλειστικά υπέρ του πλέον αδύνατου. Το πρόταγμα τούτο, που βασίζεται στη διάσημη έκτοτε βασική αρχή του maximin, ήγουν στη βελτιστοποίηση του ελάσσονος, στην προτεραιότητα της διόρθωσης της αναξιοπάθειας εις βάρος των προνομιούχων, στην άνοδο του κατωτάτου και την κάθοδο του ανωτάτου ακρότατου έτσι να επιτευχθεί μία (οικονομική, κοινωνική, κ.ο.κ) ισορροπία σε μία συνάντηση των δύο προς το μέσον.

Αγκαλά και οι παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή μία εφαρμογή του maximin, μέσα από πραγματικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ριζικής ανακατανομής εισοδημάτων και κοινωνικής πολιτικής και όχι συμπτωματικά μέτρα, που με πρόσχημα την χρεωκοπία του κράτους

Δυστυχώς για μία φορά ακόμη, η ελληνική κυβέρνηση υιοθετεί μία ηθική στάση συνεπειακού τύπου (consequalism), που εν ενί λόγω ταυτίζει μία αξία γενική, ή αφηρημένη, αλλά πάντοτε εξωτερική από την ηθική σφαίρα (όπως για παράδειγμα η «ευτυχία», ή η «ικανοποίηση») που λαμβάνεται καθαυτή ως κριτήριο, με τη βελτίωση των συνθηκών εκπλήρωσης της ευτυχίας, ή της ικανοποίησης μίας συγκεκριμένης ομάδας, η οποία λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς. Μίας πρακτικής που εφαρμόσιμη κατ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζει αποκλειστικά την «ωφελιμιστική» τάση της ηθικής θεωρίας (utilitarism), εντελώς ξένη προς τα ιδεώδη, που τύποις φέρεται να υπερασπίζει η κυβέρνηση.

Η δε, μεμψιμοίρια του πρωθυπουργού για τις  «βίαιες», πλην όμως «αναγκαίες», λύσεις που ώφειλε να εφαρμόσει «για να αποφευχθεί η χρεωκοπία της πατρίδας», παρακάμπτοντας και ισοπεδώνοντας τους αδυνάτους, που το συμφέρον τους και η προστασία τους έπρεπε να είναι η πρώτιστη μέριμνά του,  είναι ενδεικτική της φαύλης διάκρισης που επιχειρείται να επιβληθεί στο λεξιλόγιο. Μία τέτοια σύγχυση των πραγματικών διακρίσεων είναι βαρύνουσα στις πρακτικές του κλασσικού φιλελευθερισμού. Μία από τούτες τις διακρίσεις, που σχετίζονται με τη λειτουργία του κράτους, στις οποίες αρέσκεται να διολισθαίνει ο φιλελευθερισμός είναι εκείνη ανάμεσα στη βία (force) και στον εξαναγκασμό (coercion). Καθώς η βία για την επιβολή θέσεων και πολιτικής είναι συνυφασμένο κατά το μάλλον με την κάθε είδους απολυταρχία, τα (νέο)φιλελεύθερα κέντρα εξουσίας προάγουν τον εξαναγκασμό, είτε τον ανοικτό (με τη λήψη μέτρων και την αναπότρεπτη επιβολή τους, πολλές φορές και με την αστυνομική βία), είτε τον κεκρυμμένο πίσω από συμβολισμούς (όπως η φιλοπατρία, το φιλότιμο, τον κίνδυνο για τη χώρα).  

Φευ, λησμονούμε –όπως γίνεται πάντοτε στον αέναο παροντικό χώρο που μας επιβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης—πως πριν ένα χρόνο, όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση μαστίγωνε τη μία δυτική χώρα μετά την άλλη, ο ενθαδικός πολιτικός χώρος στο σύνολό του κατέδιδε και μαστίγωνε τον αχαλίνωτο καπιταλισμό των τραπεζών και των κακών επιχειρηματιών. Σήμερα τα μέτρα που λαμβάνονται με θύματα τους αδυνάτους έχουν προνομιακούς αποδέκτες τους ‘στυλοβάτες’ του συστήματος, δηλ τις τράπεζες (που περιέργως εξακολουθούμε να ελεεινολογούμε για την κερδοσκοπική στάση τους απέναντι στην κρίση) και τους επιχειρηματίες, που επιτυγχάνουν τον χιλιαστικό τους στόχο να απαλλαγούν από τις «επαχθείς» για τα κέρδη τους εργασιακές σχέσεις.

Φευ, όμως. Όσα διατείνονται οι εθνικόφρονες νοσταλγοί, τα παρόντα γεγονότα αποδεικνύουν παντάπασιν πόσο πολύ διαφέρουνε οι Νεοέλληνες απ’ εκείνους που διετέλεσαν κάποτε κάτοικοι τούτης της γη. Όταν κάποιοι επαίρονται πως οι εθνικές ήττες ήσαν επιτυχίες του πραγματιστικού πνεύματος και του πολιτικού ρεαλισμού και εθελόδουλα παραδίνανε περισσότερα απ’ όσα κάν θα τους ζητούσαν οι Βρέννοι και Αλάριχοι, δεν βρίσκεται από την άλλη κάποιος να  ψάλλει στους μαλθακούς πολιτικούς «Αιδώς Αργείοι,  Αχαΐδες ουκετ’ Αχαοί». Και να τους υπενθυμίσει όσα έγραφε ο Λυσίας στο «Περί του μη καταλύσαι την πάτριον πολιτείαν» «είτα τοιούτων υμίν υπαρχόντων ερωτώσι τις έσται σωτηρία τη πόλει, ει μη ποιήσομεν ά Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν; Εγώ δε τούτους ειπείν αξιώ, τι τω πλήθει περιγενήσεται, ει ποιήσαιμεν ά εκείνοι προστάττουσιν; Ει δε μη, πολύ κάλλιον μαχομένους αποθνήσκειν ή φανερώς ημών αυτών θάνατον καταψηφισθάσθαι». Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Κάρλ Κράους διατράνωνε πως «ανάμεσα σε δύο κακά, εγώ δεν επιλέγω κανένα (και πολεμάω και τα δύο)».