Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
η χωρισ αντικρυσμα ρωσολαγνεια

Η ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΚΡΥΣΜΑ ΡΩΣΟΛΑΓΝΕΙΑ

Από το ιδεολογικό ξεβράκωμα του Ανδρέα Παπανδρέου και των κυβερνήσεών του μπροστά στην σοβιετική εξωτερική πολιτική, η Ελλάδα τί αποκόμισε; Απλώς κάποιοι χρυσοδάκτυλοι επωφελήθηκαν από τα μυστικά κονδύλια της σοβιετικής μηχανής αποπληροφόρησης και έστησαν στην χώρα μας εφημερίδες και άλλους επικοινωνιακούς μηχανισμούς σοβιετικής προπαγάνδας. Ορισμένοι από αυτούς έχουν καλές καταθέσεις στην Ελβετία και στο Λιχτενστάϊν και κάποιοι άλλοι «έφαγαν» τα λεφτά αυτά σε πολυτελείς δαπάνες. Βοήθησαν, πάντως, στο να εμπεδωθεί στην Ελλάδα η σοβιετική ιδεολογία και να ενισχυθεί ο αντιδυτικισμός –που είναι και το πάγιο ζητούμενο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, όποιο και αν είναι το καθεστώς που επικρατεί στο Κρεμλίνο.

Κατά τα λοιπά, οι αντιδυτικές επενδύσεις της Σοβιετικής Ενώσεως στην χώρα μας δεν απέτρεψαν ούτε την κατάρρευσή της το 1991, ούτε την πτώση της κομμουνιστικής αυτοκρατορίας που άρχισε το 1989 με το γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου. Απλώς, στην Ελλάδα τα ρούβλια του Κρεμλίνου αποτρέπουν ακόμη και σήμερα τον προβληματισμό γύρω από τα αίτια της κομμουνιστικής κατάρρευσης, την οποία και αποδίδουν σε διάφορες συνομωσίες, ως είθισται όταν επιδιώκεται η συσκότιση της πραγματικότητας.

Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα αποτελεί στην ουσία ιδεολογική αποικία της σοβιετικής στο παρελθόν και ρωσικής σήμερα εξωτερικής πολιτικής, η οποία, αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο Γέλτσιν, παραμένει σχεδόν η ίδια. Όμως, ως ιδεολογική αποικία της Ρωσίας, η χώρα μας ενισχύει μεν την εξωτερική πολιτική του σημερινού άρχοντα του Κρεμλίνου, Βλαδίμηρου Πούτιν, ωστόσο αποδυναμώνει την δική της θέση στο δυτικό πλέγμα συμμαχιών όπου ανήκει. Εδώ και πολλά χρόνια, η Ελλάδα θεωρείται «παρένθεση» στο πλέγμα των δυτικών γεωπολιτικών οντοτήτων –με ό,τι αυτό συνεπάγεται από επενδυτικής και αναπτυξιακής σκοπιάς.

Απόρρητες εκθέσεις συμβούλων επενδύσεων για την Ελλάδα υπογραμμίζουν με ιδιαίτερη έμφαση ότι στην χώρα επικρατεί «ρωσικό πνεύμα στις διακρατικές επενδυτικές συζητήσεις», που σημαίνει αβεβαιότητα και διαπλοκή. Θα πρέπει βέβαια να πούμε ότι, από ιδεολογικής πλευράς, «το ρωσικό επιχειρηματικό πνεύμα» ταιριάζει απόλυτα και με την ελληνική νοοτροπία της αρπακόλας και της συναλλαγής κάτω από το τραπέζι. Ταιριάζει επίσης και στην ανεπανάληπτη ελληνική γραφειοκρατία, στους κόλπους της οποίας η πολυνομία και η κακονομία αποτελούν τους πυλώνες για την διακίνηση της διαφθοράς και την αναποτελεσματικότητα.

Ας σημειωθεί ότι αυτή η βυζαντινο-ρωσική γραφειοκρατική αντίληψη εκνευρίζει ακόμα και τους Ρώσους που συναλλάσσονται με την Ελλάδα, οι οποίοι έχουν αρκετές πικρές εμπειρίες από την χώρα. Άξιο προσοχής, στο επίπεδο αυτό, είναι το γεγονός ότι σήμερα οι Ρώσοι ιθύνοντες, γνωρίζοντας σε ποιον βαθμό η Ελλάδα είναι κορυφαία ιδεολογική τους αποικία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί βέβαια με την Κύπρο (την οποία και «έφτυσαν» σε γνωστή δεδομένη στιγμή), για την ώρα είναι πολύ προσεκτικοί και επιφυλακτικοί στην αξιοποίηση του γεγονότος αυτού στις σχέσεις τους με την Δύση.

Προφανώς, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, στον σημερινό πολυπολικό κόσμο, δεν έχουν αποφασίσει ποιον ακριβώς δρόμο θέλουν και θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Η Ρωσία ναι μεν θέλει να είναι ένας σημαντικός γεωπολιτικός παίκτης, πλην όμως τής λείπουν σοβαρές οικονομικές δυνάμεις για να εδραιώσει αυτό τον ρόλο της. Τα δε περίφημα και πολυθρύλητα ενεργειακά της αποθέματα αποτελούν πλούτο, ωστόσο χρειάζονται πολύ μεγάλες επενδύσεις για να αξιοποιηθούν –οι οποίες, για την ώρα, δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα. Και όσο οι Ρώσοι θα πιστεύουν ότι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν τελείωσε αλλά απλώς χάθηκε γι αυτούς, η οικονομική τους κατάσταση και πορεία θα τελεί υπό συνθήκες αβεβαιότητος.

Με άλλα λόγια, στο μέτρο που η ρωσική οικονομία θα παραμένει προβληματική και ανεπίδεκτη αλλαγών στην λειτουργία της, το ρήγμα μεταξύ των ρωσικών γεωπολιτικών φιλοδοξιών και των δυνατοτήτων αυτές να υλοποιηθούν θα βαθαίνει. Στο πλαίσιο αυτό, ως σημαντικός γεωπολιτικός παίκτης, ο Βλαδίμηρος Πούτιν θα παίζει σε διάφορα ταμπλώ, καλλιεργώντας ασάφειες και προβληματισμούς ως προς τις προθέσεις του.

Κατά πόσον, βέβαια, όλα αυτά είναι αντιληπτά από τους εδώ ρωσολάγνους είναι ένα άλλο πρόβλημα, το οποίο δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Ίσως όμως καταλάβουν την πραγματικότητα όταν τα μυστικά κονδύλια του Κρεμλίνου προς την Ελλάδα αρχίσουν να φθίνουν.