Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΣ

Ο Γιάννης είναι δικηγόρος. Γεννήθηκε το έτος 1983 και έζησε τα παιδικά του χρόνια στην περιοχή του κέντρου της Αθήνας (Νεάπολη-Περιφερειακός Λυκαβηττού). Είναι το πρώτο και μοναδικό τέκνο εκ του γάμου του Χαραλάμπους Ι. Κάπου (1934-2011), Δικηγόρου Αθηνών με την Αντωνία Δ. Πανταζοπούλου, πολιτικού επιστήμονος. Και οι δύο γονείς του κατάγονται από την επαρχία, ο μεν πατέρας του από το Νεοχώρι Ζαχάρως Ηλείας, η δε μητέρα του από το Πεταλίδι Μεσσηνίας. Το 2001 αποφοίτησε με «Άριστα» από το 2ο Ομήρειο Λύκειο Νέας Σμύρνης και στη συνέχεια εισήχθη στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από την οποία και αποφοίτησε το 2005, με βαθμό πτυχίου 8,19/10.
Ακολούθως επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και συνέχισε τις σπουδές του και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, παρακολουθώντας το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Από το 2007, αμέσως μετά το πέρας της άσκησής του, ασκεί ενεργό και μάχιμη δικηγορία, ασχολούμενος με υποθέσεις όλου του φάσματος του δικαίου, κατά κύριο λόγο όμως με εργατικής φύσεως υποθέσεις, ειδικευθείς στο δίκαιο αυτό.
Μιλάει Αγγλικά, Γερμανικά και Ιταλικά και είναι υπότροφος του Γερμανικού Ινστιτούτου Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD)
Τυγχάνει 1ος Αν. Σύμβουλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ”
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΣ
η συνταγματικοτητα των περικοπων στουσ ενστολουσ και οι αποδοχεσ των δικαστων

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΝΣΤΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στην υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία κρίθηκε η «συνταγματικότητα» των περικοπών των αποδοχών εργαζομένων στον Δημόσιο, (ν. 3833/2010 και 3845/2010) και τις πρόσφατες αποφάσεις του «Μισθοδικείου» για τις αποδοχές των δικαστών και της ολομέλειας του ΣτΕ για τις αποδοχές των «ενστόλων»;

Το ερώτημα είναι εύλογο, με δεδομένο τον αντίκτυπο που έχουν προκαλέσει οι αποφάσεις αυτές σε ευρείες ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, καθόσον, όλο και πιο συχνά, διατυπώνονται ευθαρσώς απόψεις, περί πλήρους μεταστροφής της νομολογίας, όσον αφορά το ζήτημα της συμφωνίας προς το Σύνταγμα των «μνημονιακών» νόμων, καθώς και περί «επεκτάσεως του αποτελέσματος» των πρόσφατων δικαστικών κρίσεων στις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.

Η θετική ή αρνητική απάντηση επί του ανωτέρω ερωτήματος, προϋποθέτει την κατ’ αντιπαραβολή εξέταση των σημαντικότερων εκ των λόγων απόρριψης της αίτησης ακύρωσης, την οποία είχαν ασκήσει συνδικαλιστικές και επαγγελματικές ενώσεις και φορείς, πρωτοστατούντος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και των λόγων για τους οποίους έγινε δεκτή από το «Μισθοδικείο» η προσφυγή των 50 δικαστών.

Συνοπτικά, αναφέρεται ότι από πλευράς των αρχικώς προσφευγόντων ενώπιον του ΣτΕ, είχε δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της αντίθεσης των οικείων διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Η επιχειρηματολογία συνίστατο στο ότι με τις διατάξεις αυτές θίγονται περιουσιακά δικαιώματα των υπαλλήλων, ότι τα μέτρα αυτά είναι προφανώς δυσανάλογα προς τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετούν, ότι συνάμα είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας και ότι νομοτελειακά θα οδηγήσουν στην υποβάθμιση της αξιοπρέπειας των επιβαρυνόμενων κατηγοριών υπαλλήλων.

Σύμφωνα όμως με τη κρίση των δικαστών του Ανωτάτου Ακυρωτικού, η περικοπή αποδοχών και επιδομάτων, κατά το χρόνο εκείνο, αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπούσε στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούσαν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι λόγοι δικαιολογούσαν τελικώς την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Εξάλλου, κατά τη κρίση πάντα των δικαστών της Ολομέλειας του ΣτΕ, ο νομοθέτης δεν όφειλε να εξετάσει τη λήψη εναλλακτικών και ηπιότερων λύσεων, καθόσον η δημοσιονομική εξυγίανση της Χώρας δεν στηρίχτηκε μόνο στη μείωση δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο αλλά και στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών. Άλλωστε με τις περικοπές αυτές το Δημόσιο επωφελήθηκε κατά 1,1 εκ ευρώ (ποσοστό 0,5% του Α.Ε.Π. για το έτος 2010)

Το δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος («Μισθοδικείο»), το οποίο συγκροτείται από ανώτατους δικαστικούς (δύο εκ των οποίων ήταν μέλη της σύνθεσης της Ολομέλειας του ΣτΕ που εξέδωσε την υπ’αριθ. 668/2012 απόφαση), καθηγητές πανεπιστήμιου και δικηγόρους, κατά την εξέταση των λόγων προσφυγής των δικαστικών λειτουργών και ειδικότερα επί του ζητήματος της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των οικείων διατάξεων του ν. 4093/2012 κατέληξε στη κρίση ότι σε περίπτωση παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται, να κατανέμεται συνεχώς σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών όπως είναι οι μισθοδοτούμενοι από το Δημόσιο, οι οποίοι έχουν ήδη επιβαρυνθεί με τις μειώσεις που επέφεραν οι διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010. Ότι περαιτέρω ο νομοθέτης, κατά τη επιβολή των μέτρων αυτών, δεν έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις που θα επιφέρουν οι μειώσεις στη λειτουργία της δικαιοσύνης και αν οι επιπτώσεις αυτές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος, που θα προκύψει, καθόσον και ότι δεν αξιολόγησε αν θα μπορούσε να λάβει άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος.

Τέλος δε το «Μισθοδικείο» έκρινε ότι η στέρηση της περιουσίας των δικαστικών λειτουργών δημιουργεί σε αυτούς ανασφάλεια, διότι αφενός δεν μπορούν να έχουν κατ’ αρχήν εμπιστοσύνη ότι οι αποδοχές τους δεν θα υποστούν νέα μείωση στο μέλλον, αλλά και επειδή δημιουργείται σε αυτούς η εντύπωση ότι δεν είναι βέβαιο πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις αποδοχές που έχουν εισπράξει για τη κάλυψη των οικονομικών τους αναγκών.

Εκ πρώτης όψεως, διαφαίνεται η παραδοχή των δικαστών του «Μισθοδικείου» περί ύπαρξης εμφανούς δυσαναλογίας ανάμεσα στις συνέπειες που επιφέρουν τα νέα επιβαρυντικά μέτρα και τους σκοπούς που εξυπηρετούν. Ευδιάκριτη είναι και η αμφισβήτηση σχετικά με την αποτελεσματικότητά των μέτρων αυτών.

Συνεπώς, επί της ουσίας υπάρχει διάσταση των κρίσεων ανάμεσα τις δύο αποφάσεις, η οποία καθίσταται εμφανής και λόγω της έλλειψης – στην απόφαση του «Μισθοδικείου» – πανηγυρικών εκφράσεων περί δημοσιονομικής εξυγίανσης και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ εν αντιθέσει με τα σχετικώς αναφερόμενα στην υπ’αριθμ. 668/2012 ΟλΣτΕ.

Εν τούτοις, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι η απόφαση αυτή, όπως και η μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ σχετικά με τις περικοπές των αποδοχών των «ενστόλων», αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες Δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών αμειβόμενων με ειδικά μισθολόγια. Και όσον αφορά στη δεύτερη, επαρκής ανάλυση των λόγων αποδοχής της αίτησης ακύρωσης δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί το πλήρες κείμενο αυτής. Αναφορικά όμως με τη πρώτη, είναι ηλίου φαεινότερο, ότι ο λόγος ευδοκίμησης της προσφυγής των δικαστικών λειτουργών είναι η αντίθεση των διατάξεων, δυνάμει των οποίων επεβλήθησαν τα πρόσφατα μέτρα μειώσεων των αποδοχών, προς τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία επιβάλλει την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών. Συνεπώς, η επίκληση της ανωτέρω ευνοϊκής συνταγματικής διάταξης μπορεί να γίνει μόνον από αυτούς.