Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017
ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΡΑΣ

ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΡΑΣ

Ο Τάκης αυτοαποκαλείται "παλαιολιθικός" συντάκτης του κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ (25ετία και βάλε) νυν της Βραδυνής και του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής (τις ειδήσεις του οποίου
ο ίδιος μερίμνησε να μπουν στο πρόγραμμα) και γενικώς παρατηρητής της ζωής!
ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΡΑΣ
η «μαχη τησ πινδου» στη βουλη των ελληνων

Η «ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ» ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ευρισκόμενος κανείς στο περίφημο Περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων, σίγουρα έχει κατά νου τις πολιτικές – και παραπολιτικές – συζητήσεις, τα σχόλια και τα «πηγαδάκια» στο περιθώριο των συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου. Κι όμως, στο χώρο αυτό μπορεί κανείς, σηκώνοντας απλώς τα μάτια του, να αντικρύσει μία μάχη όχι κομματική, αλλά εθνική, μία μάχη για την ελευθερία, τη Μάχη της Πίνδου. Αναφερόμαστε βεβαίως στο περίφημο γλυπτό του Χρήστου Καπράλου.

Το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου είναι από τα πιο σημαντικά έργα της σύγχρονης παγκόσμιας γλυπτικής για το πνεύμα που εκφράζει, το χαρακτήρα των μορφών και τον πλούτο των εκφρα­στικών του διατυπώσεων.

Χάρη στο συνδυασμό αρχαϊκών τύπων και λαϊκότροπων στοιχείων, μεμονωμένων μορφών και συλλογικών προσπαθειών, όλα καταλήγουν σε μία χωρίς προηγούμενο ενότητα. Με τη σχηματοποίηση των μορφών και τη χρησιμοποίηση παραστατικών αλλά και γε­ωμετρικών στοιχείων, την παραλληλία και την επανάληψη θεμάτων, το σύνολο αποκτά μια εκπλη­κτική φωνή. Ο Καπράλος δεν αποδίδει μόνο την πάλη ενός λαού για τη ζωή και την ελευθερία, αλλά εκφράζει και την προσωπική του πίστη στην ανάγκη συμφιλίωσης ανθρώπων και λαών, με μοναδικό στην παγκόσμια τέχνη τρόπο. Έργο-παράδειγμα και μάθημα έχει βρει ιδανική θέση στο Περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων.

Οι σκηνές της γλυπτικής αφήγησης

Ο καλλιτέχνης έχει συλλάβει τον ελληνικό λαό και τις διαφορετικές φάσεις από τις οποίες διήλθε ο βίος του κατά τον πόλεμο αποδίδοντας επτά κύριες σκηνές.

Η γλυπτική του αφήγηση ξεκινάει με την «Ειρηνική ζωή» , όπου αποτυπώνει ρεαλιστικά μία σκηνή της καθημερινής αγροτικής ζωής, θέλοντας να δείξει την ήρεμη όσο και επίμοχθη πραγματικότητα του ελληνικού λαού, πριν την περιπέτεια του πολέμου. Στη δεύτερη σκηνή «Αρχίζει ο Πόλεμος» , με δύο ενότητες μορφών, αριστερά τους αγρότες να εγκαταλείπουν τα χωριά τους και δεξιά τους στρατιώτες να αναχωρούν για το μέτωπο. Η ειρηνική ατμόσφαιρα της πρώτης σκηνής έχει χαθεί, η αγωνία του άμαχου πληθυσμού αλλά και η αποφασιστικότητα των ένοπλων δίνουν το στίγμα της έντασης και της αγωνίας. Στη συνέχεια αποδίδεται το καθαυτό θέμα του «Πολέμου». Εδώ ο γλύπτης αποδίδει μία επική ατμόσφαιρα, επεισόδια συμπλοκής, μάχης σώμα με σώμα, με τους Έλληνες να υπερισχύουν των Ιταλών, που υποχωρούν προς τα δεξιά, και να καταγράφουν την εποποιία του ’40, ένα μάθημα θάρρους και πίστης όχι μόνο για τον ίδιο τον ελληνικό λαό, αλλά για όλους τους λαούς που παλεύουν, διαχρονικά, για την ελευθερία. Ακολουθεί, στην επόμενη σκηνή, η «Επιστροφή από τον Πόλεμο»,  με τους ίδιους στρατιώτες, νικητές του αλβανικού μετώπου, να επιστρέφουν παρελαύνοντας για να συναντήσουν τους δικούς τους. Εδώ η ένταση της πάλης παραχωρεί τη θέση της στο συναισθηματικό χαρακτήρα του ανταμώματος αγαπημένων προσώπων.

Θα ακολουθήσει η πικρή και επώδυνη «Κατοχή», με τα πάθη και τα δεινά του λαού, τη στέρηση και την εξαθλίωση, τις πληγές του πολέμου. Ο δραματικός χαρακτήρας των μορφών αποδίδει κατά τον πλέον πειστικό τρόπο την τραγική πραγματικότητα της περιόδου.

Κι όμως, η ζοφερότητα των περιστάσεων δεν είναι ικανή να τιθασεύσει τον ελευθερόπνοο χαρακτήρα του ελληνικού λαού, που προβαίνει σε «Αντίσταση», με όποιο τρόπο μπορεί. Τέλος, ο τερματισμός του πολέμου και η απελευθέρωση σηματοδοτείται με το επεισόδιο με τη «Λατέρνα», γύρω από την οποία συγκεντρώνονται όλοι οι πολίτες, σε μία ωδή στην ειρηνική ζωή.

Η εικαστική έκφραση του ελληνικού μεγαλείου

Ο Χρήστος Καπράλος με τη «Μάχη της Πίνδου» φτάνει σε ένα ύψιστο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, φιλοτεχνώντας ένα κορυφαίο έργο συνολικά της νεοελληνικής γλυπτικής, ευρύτερα της νεώτερης ευρωπαϊκής. Υιοθετώντας τον τύπο του αρχαϊκού ελληνικού ανάγλυφου, διασυνδέει τη νεώτερη γλυπτική δημιουργία με την διαχρονική γλυπτική παράδοση του ελληνισμού. Πέραν της τυπολογίας, ο Καπράλος στυλιστικά συναρμόζει την κλασική αντίληψη για τη μνημειακή φόρμα με τη μοντέρνα, αφαιρετική πραγμάτευση μορφών και λεπτομερειών. Αυτά δε τα μορφοπλαστικά στοιχεία ανυψώνουν το θέμα του από το επίπεδο του ιστορικού επεισοδίου, με συγκεκριμένη χρονική τοποθέτηση, στο επίπεδο του διαχρονικού έργου.

Εδώ τελικά ο γλύπτης δεν αναπλάθει απλώς και μόνον τις μορφές που κατήγαγαν την περήφανη νίκη στο Έπος του 1940, αλλά καταφέρνει να αποδώσει αρχετυπικά τη νίκη του ελευθερογνώμονα και φιλειρηνικού ανθρώπου επί του φιλοπόλεμου.

Κι είναι αυτό ακριβώς το πρότυπο, στους και πάλι χαλεπούς καιρούς (με άλλους όρους αλλά ουσιαστικά κοινές ρίζες) που βιώνει ο κόσμος μας, το οποίο έχει ανάγκη, της Ελλάδας, σαφώς, περιλαμβανομένης. Σήμερα χρειαζόμαστε να επιστρατεύσουμε το πνεύμα του δύσκολου αγώνα και της προσπάθειας με πίστη στον άνθρωπο, πνεύμα που η ζωφόρος του Καπράλου τόσο εύληπτα αποδίδει, γι’ αυτό και ιδεατά κοσμεί τη Βουλή των Ελλήνων – μακάρι ως παράδειγμα.

pindos1

Η ανάγλυφη ζωφόρος στο Περιστύλιο της Βουλής

Σε ένα από πλέον κεντρικά σημεία εντός του κτηρίου της Βουλής, στο χώρο του λεγομένου Περιστυλίου, έξωθεν της Αίθουσας της Ολομέλειας, δεσπόζει το «Μνημείο της Μάχης της Πίνδου». Η ανάγλυφη αυτή ζωφόρος τοποθετήθηκε σε ειδική, περίοπτη θέση και ενσωματώθηκε αρμονικά στην αρχιτεκτονική του Μεγάρου της Βουλής, μετά την ειδική διαμόρφωση του εν λόγω χώρου από τους αρχιτέκτονες Πάνο Τζώνο, Γιώργο Παρμενίδη και Christine Longuépée. Η ζωφόρος με τη Μάχη της Πίνδου έχει λαξευτεί σε πωρόλιθο Αίγινας, σε επτά τμήματα, και εκτείνεται σε μήκος σχεδόν 40 μέτρων  (για την ακρίβεια 3910 εκατοστών), ενώ το ύψος κυμαίνεται (ανά τμήμα) από 1,10 έως και 1,20 μέτρα. Ο γλύπτης δούλεψε το έργο μεταξύ 1951-56 και κατάφερε να αποδώσει μία πραγματικά μνημειακή παράσταση όχι μόνον της Μάχης της Πίνδου καθαυτής, ως ιστορικού επεισοδίου, αλλά συνολικά της ελληνικής παρουσίας και βιώματος στο δεύτερο μεγάλο πόλεμο που γνώρισε ο κόσμος μας κατά τον 20ο αιώνα.