Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Η Παναγιώτα Μπλέτα γεννήθηκε στην Λακωνία ενώ μεγάλωσε στο Χαλάνδρι. Σπούδασε στη Νέα Υόρκη:
ΜΒΑ - Μεταπτυχιακός τίτλος στη Διοίκηση και Οργάνωση Επιχειρήσεων, New York Institute of Technology BSc Marketing-Management - Πτυχίο στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων και Marketing, City University of New York
Δραστηριοποιήθηκε έντονα στο χώρο της Τοπικής αυτοδιοίκησης όπου και διακρίθηκε:
Αντιδήμαρχος Χαλανδρίου - Πρόεδρος των Δημοτικών Επιχειρήσεων Πολιτισμού και Ανάπτυξης στο Δήμο Χαλανδρίου, Δημιουργίαπρώτου Δημοτικού Κ.Ε.Π. στην Ελλάδα –Κ.Ε.Π. Χαλανδρίου
Υποψήφια Νομάρχης-Nομός Λακωνίας -Επικεφαλής Νομαρχιακής Παράταξης - Δημιουργία πρότυπου Newsletter, που αφορούσε ταΕυρωπαϊκά προγράμματα σε σχέση με τηνΠεριφέρεια και συνέβαλλε ουσιαστικά στην απορρόφησή τους.
Συνεργάστηκεεπαγγελματικά με μεγάλους ελληνικούς και ξένους επιχειρηματικούς ομίλους, που δραστηριοποιούνται στο χώρο των call centers, έρευνας, επικοινωνίας,εκπαίδευσης, καθώς και εστίασης αναλαμβάνοντας υψηλές διοικητικές θέσεις:
Σχεδίασε και υλοποίησε projects με σημαντικά ωφέλιμη αξία για το Ελληνικό κοινό –Γραμμή Ενημέρωσης σεισμόπληκτων0800-18000, Γραμμή Εξυπηρέτησης Πολιτών 1464 κτλ
Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την αρθρογραφία και τησυγγραφή. Έχουν εκδοθεί: το πολιτικό βιβλίο «ΟΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ», το οικονομικό δοκίμιο«ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ» και τρεις ποιητικές της συλλογές «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ», «UNFUCK THE WORLD» (έχει εκδοθεί και στα αγγλικά)και «ΓΥΜΝΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ».
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ
η κριση στην οικονομια και την πολιτικη

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ελληνική κρίση, ουσιαστικά, αποτελεί μια κρίση των θεσμών της Ενωμένης Ευρώπης, καθώς και του ευρώ. Οι οικονομικές εξελίξεις στις διεθνείς αγορές έπληξαν τον πυρήνα του ευρώ και οδήγησαν σε κρίση τις στρατηγικές εξουσίας, που παρήγαγαν το ευρώ των δύο και τριών ταχυτήτων.

Η συμβίωση χωρών με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, διαφορετικό κόστος ζωής και διαφορετικά εισοδήματα, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε  πολύ διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης  της κάθε τοπικής οικονομίας, με αποτέλεσμα οι φθίνουσες οικονομίες να μην μπορούν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των υπόλοιπων.

Μια ενοποίηση κρατών, είτε πρέπει να έχει ομοσπονδιακό χαρακτήρα, ή να υπακούει σε ένα πιο εξελιγμένο μοντέλο, που θα επιτρέπει την αυτονομία των μελών με εθνικές εξουσίες, αλλά με ενιαίο σύνταγμα και ενιαία οικονομία.

Μια τέτοια επεξεργασία του θεσμού της Ενωμένης Ευρώπης, θα μπορούσε να περιορίσει τα χάσματα και τις κακές διαφορετικότητες ανάμεσα στον τρόπο ζωής των λαών και να διασφαλίσει το δικαίωμα για ίση κοινωνική μεταχείριση, ίση κοινωνική ευθύνη.

Η κρίση που ξέσπασε στη Wall Street το 2000, ως αποτέλεσμα της φούσκας, που έσκασε από το τραπεζικό σύστημα της Αμερικής, έμελλε να ταράξει το πρόχειρα φτιαγμένο οικοδόμημα της σημερινής ενοποιημένης Ευρώπης.

Η βιωσιμότητα αυτού του οικοδομήματος αμφισβητήθηκε ισχυρά, πρώτον γιατί δεν υπήρχε κοινό πολιτικό και αναπτυξιακό όραμα, ενώ οξυμένος ήταν και ο ενδοευρωπαικός ανταγωνισμός .

Η επιδιομολογικής ταχύτητας   κρίση στην Αμερική, έμελλε να μειώσει όχι μόνο τη ζήτηση στα ευρωπαικά προιόντα, αλλά και να εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ μεταξύ ευρωπαικών και αμερικανικών προιόντων, μέσα στην ευρωζώνη.

Έτσι το ευρώ, το οποίο δεν είχε ενισχυθεί, θωρακισθεί αρκετά, για να αντέχει σε τέτοιες πιέσεις, ενώ κρατούσε σταθερά ικανοποιητικές αποστάσεις, εμπρός από το δολάριο, άρχισε να πέφτει στον ανταγωνισμό με το δολάριο.

Αυτούς τους κραδασμούς μπορούσαν να απορροφήσουν μόνο τα πιο ισχυρά κράτη μέλη της Ευρωπαικής Ένωσης και όχι οι πιο αδύναμοι κρίκοι όπως η Ελλάδα Ιρλανδία, Ισπανία, Βέλγιο, Ιταλία και γενικότερα ο Ευρωπαικός νότος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ευρώ δεύτερης και τρίτης ταχύτητας, σε επίπεδο όχι ποσοτικής αλλά ποιοτικής αξίας.

Η ποσοτική αξία προσδιορίζεται σε απόλυτους αριθμούς και ανεξάρτητα από τις μεταβλητές που διέπουν τη συνθήκη. Κατά αυτή την έννοια λοιπόν, το ευρώ αποτελεί ένα ισότιμο νόμισμα.

Όταν το εξετάσει κανείς ποιοτικά όμως, που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνει και άλλες μεταβλητές, όπως το κόστος ζωής σε κάθε χώρα μέλους της Ευρωζώνης, τότε οι εξισωτικές παραστάσεις αρχίζουν να παίρνουν άλλη μορφή.

Για παράδειγμα το κόστος ζωής, οι ασφαλιστικές και κοινωνικές παροχές καθώς και οι μισθοί και οι συντάξεις στην Γερμανία, στην Ολλανδία ή γενικότερα στην βόρεια Ευρώπη, έχουν τελείως διαφορετική μαθηματική αξία, από ότι στην Ελλάδα.

Άρα, για να ακριβολογούμε στον υπολογισμό της  αξίας του ευρώ, θα πρέπει να καταλήξουμε σε ένα μοντέλο,  όπου  μεταβλητές, παράγοντες δηλαδή που επηρεάζουν, θα πρέπει να λογίζονται το κόστος ζωής, οι παροχές του κράτους και φυσικά οι μισθοί των εργαζομένων και οι συντάξεις των γηραιότερων πολιτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το κόστος ζωής τείνει να είναι αν όχι μικρότερο, τουλάχιστον ίσο της Βόρειας με της Νότιας Ευρωζώνης, διότι τα προιόντα στο Ευρωπαικό Βορρά πωλούνται φθηνότερα με την μέθοδο της επαναξαγωγής (αγοράζονται πολύ φθηνά από το Νότο και επαναξάγωνται αλλού), οι κοινωνικές παροχές είναι αδιαπραγμάτευτα μεγαλύτερες και καλύπτουν πλήρως το μέσο πολίτη, ενώ οι μισθοί κατατάσσονται χονδρικά στο τριπλάσιο, σε σχέση με τον Ευρωπαικό Νότο και ειδικότερα με την Ελλάδα.

Η ανεργία, λόγω της πλεονασματικής οικονομίας, δεν αποτελεί πρόβλημα στο Βορά σε αντίθεση με το Νότο. Αυτό σημαίνει ελάχιστη συρρίκνωση της καταναλωτικής δύναμης και δυνατή ανακύκλωση του χρήματος στην οικονομία των Βόρειων χωρών, ενώ τα επιτόκια δανεισμού καθίστανται τουλάχιστον πιο προσιτά και ευνοούν περισσότερο την επιχειρηματικότητα και κατά συνέπεια την ανάπτυξη, σε αντίθεση με το Νότο.

Όλες αυτές οι μεταβλητές, είναι εκείνες, που προσδιορίζουν ουσιαστικά την αξία και την νομισματική διαφορά του ευρώ και κατά συνέπεια την ποιοτική διαφορά, από χώρα σε χώρα της Ευρωζώνης.

Η ποιοτική διαφορά καταλήγει ουσιαστικά στην αγοραστική διαφορά. Για παράδειγμα, ο περίπου τριπλάσιος βασικός μισθός στην Γερμανία (1400 ευρώ/μήνα),  από ότι στην Ελλάδα (586 ευρώ/μήνα), δεν αγοράζει τα ίδια αγαθά, που αγοράζει ο μισθός στην Ελλάδα για ένα νοικοκυριό.

Κι όμως οι διατροφικές και λοιπές βασικές ανάγκες παραμένουν ίδιες και για τα δύο νοικοκυριά, ενώ το κόστος ζωής παραμένει κι αυτό το ίδιο, αν όχι μικρότερο σε κάποια είδη στη Γερμανία. Άρα λοιπόν, το μέσο νοικοκυριό στη Γερμανία μπορεί να αγοράσει τριπλάσια αγαθά, κατά αναλογία, από ότι ένα αντίστοιχο Ελληνικό και έτσι έχουμε  να αντιμετωπίζουμε δύο ευρώ τελείως διαφορετικής αξίας, για τον  καλούμενο Ευρωπαίο Πολίτη.

Σύμφωνα με επεξεργασία των στοιχείων της Eurostat, για το έτος 2012, το κόστος σε βασικά είδη διατροφής, ένδυσης, ψυχαγωγίας στην Ελλάδα, είναι πολύ κοντά σε κράτη με πολύ πιο υψηλά εισοδήματα όπως η Γερμανία, το Λουξεμβούργο ή η Ολλανδία, ενώ σύμφωνα με νέα έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας, το κόστος ζωής στην Ελλάδα ξεπερνά κατά 24% τον παγκόσμιο μέσο όρο μεταξύ 177 κρατών.

Αντίθετα οι αποδοχές στην Ελλάδα (πάλι σύμφωνα με επεξεργασία των στοιχείων της Eurostat, για το έτος 2012), για έναν εργαζόμενο με δυο παιδιά,  είναι περίπου 3 φορές πιο κάτω από τις αντίστοιχες αποδοχές στο Λουξεμβούργο, 2,5 φορές πιο κάτω από τις αντίστοιχες στην Γερμανία και 2 φορές πιο κάτω από τις αντίστοιχες  στην Ολλανδία.

Αυτό σημαίνει, ότι ένας εργαζόμενος με εξαρτημένα μέλη, ο οποίος αποτελεί και την πλειονότητα του εργαζόμενου συνολικά δυναμικού, έχει να αντιμετωπίσει πολύ περισσότερες προκλήσεις για την σίτιση, ένδυση και ψυχαγωγία της οικογένειας του, από τον αντίστοιχο σε άλλες χώρες της ίδιας κοινότητας.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι τη στιγμή που στην Ελλάδα πολλοί εργάζονται, ακόμα και για 2 ευρώ την ώρα, το επίπεδο της κατώτατης αμοιβής στη Γαλλία φθάνει τα 9,53 ευρώ, στη Βρετανία τα 7,91 ευρώ, ενώ στην Γερμανία θεσμοθετήθηκε στα 8,5 ευρώ μικτά ωριαίως και ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων, λόγω της μείωσης μισθών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και της ανεργίας, έχει φτάσει στα επίπεδα του 2001.

Την ίδια στιγμή,  στην Γερμανία το κατώτατο όριο σύνταξης φθάνει τα 688 ευρώ το μήνα, ενώ στην Ελλάδα η κατώτατη σύνταξη φθάνει τα 486 ευρώ και αναμένεται να μειωθεί στα 392 ευρώ το 2015, ενώ η ανεργία έχει σκαρφαλώσει στο 27% , το οποίο είναι πλασματικό ποσοστό, διότι δεν είναι καταγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ οι άνεργοι από τα ελεύθερα επαγγέλματα και τις επιχειρήσεις που έκλεισαν.

Βασικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας είναι επίσης, ότι η συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού ιστού αποτελείται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), στις οποίες απασχολείται το 85% περίπου των εργαζομένων, ενώ συμβάλλουν και στη συνολική προστιθέμενη αξία κατά 70%, (μόλις το 0,1% των συνολικών εγχώριων επιχειρήσεων είναι μεγάλες-ΣΕΣΜΕ). Η συμβολή όμως της μικρομεσαίας επιχείρησης στην ελληνική οικονομική δραστηριότητα, ακυρώνεται, από το γεγονός, ότι καθίσταται η πιο ευάλωτη στην οικονομική κρίση, διότι υπολείπεται ρευστότητας, που δημιουργείται από τα σκληρά μέτρα φορολόγησης με βάση το πρόγραμμα της Τρόικας  και την κακή μεταχείριση τους από μέρους των τραπεζών, την ίδια  στιγμή που οι αντίστοιχες γερμανικές, οφείλουν την ευρωστία τους στις εξαγωγές που πραγματοποιούν στις ελλειμματικές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Οι διαφορετικοί ρυθμοί ανάπτυξης μεταξύ των χωρών, οι οποίοι ρυθμίζουν τις αποδοχές των εργαζομένων, των συνταξιούχων και την ανεργία, εκφράζουν την διαφορετικότητα της αγοραστικής δύναμης στις αγορές και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη αδυναμία στην λειτουργία του θεσμού της Ενωμένης Ευρώπης.

Οι εισαγωγές των προιόντων είναι εκείνες που ρυθμίζουν τις τιμές των προιόντων στις αγορές, είναι εκείνες, που όταν υπερέχουν των εξαγωγών, δημιουργούν το εμπορικό έλλειμμα, είναι εκείνες που εν μέρει προκάλεσαν την κρίση. Κι αυτές όμως είναι υποκείμενο του ρυθμού ανάπτυξης των παραγωγικών τομέων μιας χώρας.

Άρα η λύση κρύβεται στην προώθηση των ρυθμών ανάπτυξης ελλειμματικών οικονομιών, όπως η Ελλάδα και αυτό θα συμβεί με την ενίσχυση των παραγωγικών της κλάδων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν  την ραχοκοκαλιά της Ελληνικής οικονομίας. Έτσι θα μειωθούν οι εισαγωγές, έτσι θα αυξηθούν οι μισθοί, έτσι θα μειωθεί η ανεργία.

Οι μέθοδοι προώθησης συνίστανται, σε διακρατικές συμφωνίες επένδυσης των πλεονασμάτων των εύρωστων χωρών, στην απορρόφηση των προιόντων και υπηρεσιών των παραγωγικών τομέων των ελλειμματικών χωρών  (όπως για παράδειγμα τα αγροτικά προιόντα, έτσι ώστε να μην εξαρτώνται από οποιοδήποτε εμπάργκο από άλλες αγορές, όπως συνέβηκε με την Ρωσία), σε   Ευρωπαικά προγράμματα που θα συνάδουν με την δομή της μικρομεσαίας επιχείρησης (όχι με την λογική των 250 εργαζομένων και του τζίρου των 50 εκ./έτος),  στην προνομιακή τους φορολόγηση, σε κίνητρα αγοράς εργασίας και στην βελτίωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος να προάγει την ρευστότητα των επιχειρήσεων και όχι να συσσωρεύει κεφάλαιο.

Η λύση στο πρόβλημα λοιπόν, είναι να προβεί η Ευρωπαική Ένωση στην μετατροπή της αδυναμίας, σε ευκαιρία ανάδειξης και υποστήριξης των κατά τόπους ελλειμματικών οικονομιών, έτσι ώστε τόσο η Ενωμένη Ευρώπη όσο και η συναλλαγματική αρχή το ευρώ, να έχουν μαθηματικά μετρήσιμο αποτέλεσμα και για τις υπόλοιπες χώρες μέλη.

Αυτό θα συμβεί με το σχεδιασμό ενός πλάνου που θα παραπέμπει στην ανάπτυξη, που σημαίνει επακριβώς την οικονομική ευημερία που απολαμβάνει ένας λαός και που αντιστοιχεί σε υψηλούς δείκτες υγείας, παιδείας, και μακροβιότητας και όχι μέσω της υποθήκευσης της εθνικής περιουσίας των κρατών ή των πολιτών τους, όχι μέσω του κλεισίματος των επιχειρήσεων και σίγουρα όχι μέσω της πρόχειρης λύσης των χαμηλών κοστολογίων , τις λεγόμενες περικοπές (που είναι ασύμβατες με την επιβίωση του μέσου πολίτη) , αλλά μέσω της επένδυσης των πλεονασμάτων στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και της αυστηρής επιτήρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Έτσι θα μετατραπεί η κρίση από ιδεολογική σε πρακτική, και κατά συνέπεια διαχειρίσιμη, αλλιώς το οικοδόμημα της Ενωμένης Ευρώπης θα καταρρεύσει προοπτικά, διότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του συστήματος, δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στην πελατειακή σχέση, που έχουν αναπτύξει μεταξύ τους. Όλες οι οικονομίες πλέον,  θα καταλήξουν εξελικτικά τόσο ελλειμματικές, που θα αδυνατούν να συντηρήσουν τα εν οίκω, πόσο μάλλον τις εισαγωγές τους, από τα πιο εύρωστα κράτη μέλη, διότι η βάση της ευρύτερης οικονομίας δεν είναι το «ατομικό συμφέρον», όπως ορίζει το  οικονομικό μανιφέστο του Άνταμ Σμίθ, αλλά το «συμφέρον του συνόλου».

Ήδη τα πρώτα μηνύματα άρχισαν να έρχονται στην Γερμανία, με τις εξαγωγές της να μειώνονται δραματικά. Ο βασικός τομέας, που η Γερμανία διέπρεψε, ήταν οι εξαγωγές της, που κατευθύνονταν κυρίαρχα στις χώρες της Ευρωζώνης και σε αυτές στηρίζεται το πλεονασματικό ισοζύγιο πληρωμών της.

Σχετικά με την επίδραση της κρίσης στην πολιτική τώρα, αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε, είναι την ολίσθηση της πολιτικής, διότι έφθασε η πολιτική να υπηρετεί την οικονομία, ενώ θα έπρεπε να ισχύει το αντίστροφο. Εκεί, εστιάζεται και η ένσταση, όσων τεχνοκρατών αντιτίθενται στο φιλελευθερισμό και νεοφιλελευθερισμό, μεταξύ των οποίων και εγώ.

Οι πολιτικοί ενώ προσπαθούσαν να ισοσκελίσουν τα λογιστικά βιβλία του δημοσίου, διαλαλώντας την αδυναμία των κρατικών ταμείων να αντέξουν κοινωνικές παροχές σε συντάξεις, στην παιδεία , στη υγεία, βρέθηκαν ξαφνικά να τροφοδοτούν με δεκάδες δισεκατομμύρια το τραπεζικό σύστημα.

Έτσι οι κυβερνήσεις παγκοσμίως δανειζόντουσαν τεράστια ποσά χρημάτων, όχι για να καλύψουν τις εσωτερικές κοινωνικές τους ανάγκες, αλλά για υποστηρίζουν το οικοδόμημα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με αποτέλεσμα να  καθιστούν τις χώρες τους  υπερδανεισμένες, και να αδυνατούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, που κατέληγαν πάντα σε  βάρος του φορολογούμενου πολίτη.

Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, αυτή η τακτική οδήγησε στον κατακερματισμό της μικρής και μεσαίας τάξης, της τάξης, που αποτελεί  το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος της Ευρώπης και την δημιουργία μιας καινούργιας τάξης των νεόπτωχων, που το 2012 έφθασε σύμφωνα με την Eurostat-People at risk of poverty  το 24,8%, 124,5 εκ. δηλαδή, στα 507 εκ. του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάδυση  υπερθνικιστικών κομμάτων, του ευρωσκεπτικισμού, όπως διαφάνηκε από τις πρόσφατες ευρωεκλογές και της ανάγκης απόσχισης περιοχών, από τις κατά τόπους εθνικές κυβερνήσεις.

Η Ενωμένη Ευρώπη, προκειμένου να παραμείνει ενωμένη, θα πρέπει να υιοθετήσει πολιτικές που να συνδράμουν στην  δημιουργία  προτύπων ανάπτυξης, με στόχο την αναβάθμιση των παραγωγικών, ποιοτικών, δημοκρατικών και αλληλέγγυων λειτουργιών στην κάθε οικονομία και κοινωνία μέσα από συντονισμένες μελέτες, όπου η οικονομία θα λειτουργεί απολογιστικά προς την πολιτική και όχι το αντίθετο.

Η οικονομία μπορεί να καταστεί βιώσιμη, μόνο όταν η πολιτική διασφαλίζει, ότι η κοινωνία στη οποία παράγεται η οικονομία, είναι βιώσιμη.

Η πολιτική θα πρέπει κυρίαρχα, να διασφαλίζει τη σχέση της με το λαό, με συγκεκριμένους όρους λειτουργίας και ανάπτυξης του κράτους και της οικονομίας,  που θα διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο παροχών στην κοινωνική ασφάλιση, την εκπαίδευση, την κοινωνική προστασία και την περίθαλψη.

Η πολιτική θα πρέπει να διαπραγματεύεται και να οικοδομεί με τους καλύτερους όρους, τις συναλλαγματικές δομές που διέπουν την οικονομία μιας χώρας, που θα έρχονται σε πλήρη αντιστοιχία και αρμονία με τις συναλλακτικές σχέσεις της κοινωνίας και δεν θα δημιουργούν αποσταθεροποίηση στην εργασία, την παραγωγικότητα και την κατανάλωση.

Στόχος της πολιτικής, θα πρέπει να είναι η πολιτική ουσία και η ποιότητα των προτάσεων για την κοινωνία, με την κοινωνία στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά.

Στόχος της πολιτικής, θα πρέπει να είναι η εφαρμογή της Δημοκρατίας και όχι τα παρωχημένα ιδεολογήματα του του πολιτικού και  οικονομικού οπαδισμού, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαικό είτε σε διεθνές επίπεδο.