Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΜΑΡΚΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

ΜΑΡΚΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

Ο Μάρκος Χαρίτος, ασχολείται με την διαφήμιση και την επικοινωνία. Σπούδασε Οπτικές τέχνες και Σκηνοθεσία στην Ελλάδα και τον Καναδά. Είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου για τη Διεκδίκηση των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Μελετά την επικοινωνιακή διαχείριση του πολέμου, των επανορθώσεων και της κατοχής εκ μέρους της Γερμανίας αλλά και τις αντιδράσεις χωρών που αντιμετώπισαν την Γερμανική επιθετικότητα.
ΜΑΡΚΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
η ιδιαιτεροτητα του ελληνικου οικονομικου παραδειγματοσ

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

«Το τρίτο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ευρώπη, το οποίο περιλαμβάνει τις χώρες του πρώην «σοσιαλιστικού» κόσμου (Σοβιετικού πρότυπου) και την Ελλάδα, δεν αποτελεί έδρα γενικευμένων μονοπωλίων που ανήκουν στις εθνικές τους κοινωνίες (οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ίσως η εξαίρεση, αν και η ταυτότητα τους ως Έλληνες είναι άκρως αμφίβολη).»  Samir Amin.[i]

Κινούνται οι μηχανισμοί της ελληνικής οικονομίας μέσα στο πλαίσιο της κανονικότητας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών; ή μήπως η ιδιαιτερότητά της επιβάλει την αναζήτηση δομικών και όχι ποσοτικών διαφορών και την υιοθέτηση εξειδικευμένων θεωρητικών παραδοχών;

Τα ερωτήματα αυτά αναφύονται κατά την διάρκεια της προσπάθειας να προσδιορισθεί – για τα Ελληνικά πράγματα – ποιοι εν τέλει ασκούν κυριαρχία και ποιοι οι στόχοι τους;[ii]

Προβλήματα επίσης ανακύπτουν από την ασυμβατότητα στην χρήση μεθοδολογικών εργαλείων που αναλύουν ή απεικονίζουν την λειτουργία της δυτικής πραγματικότητας, ενώ αντίθετα περισσότερο συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν την ουσία και την υφή της εξαρτημένης φύσης του Ελληνικού κράτους[iii], όσο και της οικονομίας του.

Η Ελληνική οικονομία και κοινωνία, χαρακτηρίζεται εγγενώς από έναν διφυή χαρακτήρα, μια ιδιαιτερότητα που δεν συναντάτε στο παράδειγμα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών: από την μία μεριά υφίσταται μία οικονομία που αντιστοιχεί στα όρια του κράτους και από την άλλη μεριά μια οικονομία που υπερβαίνει τα όρια της εθνικής κυριαρχίας και αφορά Έλληνες πολίτες ή γενικότερα Έλληνες.

Η Ελληνική οικονομία διαθέτει μία «ανοικτότητα» που δεν αντιστοιχεί στις μορφές εξωστρέφειας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών όπου τα όρια επέκτασης της οικονομικής επιρροής  βρίσκονται σε ευθεία αντιστοιχία με τα όρια εκδήλωσης ή επέκτασης της εθνικής κυριαρχίας[iv].

Αντίθετα υπάρχει μία ελληνική οικονομική επιρροή και δραστηριότητα που δεν αντιστοιχεί ούτε στις δυνατότητες κυριαρχίας του Ελληνικού κράτους, ούτε στην δυναμική της Ελληνικής οικονομίας.

Από τη μια, όσοι δραστηριοποιούνται οικονομικά μέσα στο πλαίσιο νομιμότητας του ελληνικού κράτους, όσοι υφίστανται τις εκδηλώσεις της κυριαρχίας του, ζουν υπό την σκέπη ενός παράλογου καπιταλισμού, όπου ο κρατικός παρεμβατισμός αντί να ευνοεί την αύξηση της απόδοσης, θέτει εμπόδια και αναστέλλει την μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας που θέτει υπό τον έλεγχο του, πράγμα που συνήθως αποδίδεται μονομερώς σε εξωτερικούς παράγοντες.

Τόσο η ελληνική πολιτική ελίτ, που μεταπολιτευτικά καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, όσο και το λεπτό αλλά βαθειά ριζωμένο στρώμα της ελληνικής «εσωτερικής» ολιγαρχίας, που ελέγχει την ντόπια οικονομική δραστηριότητα και σε μεγάλο βαθμό την πολιτική σφαίρα, δεν ασχολούνται με την απρόσκοπτη μεγέθυνση της οικονομίας άλλα με το συνεχές κλάδεμα της (οικονομία bonsai) κατά τρόπον ώστε να μην αμφισβητείται το status quo της δικής τους κυριαρχίας, που λίγο-πολύ βρίσκεται υπό την εγγύηση και την προστασία των όρων εξάρτησης της Ελληνικής επικράτειας.

Η κυριαρχία αυτή ασκείται κυρίως μέσω εξωοικονομικών καταναγκασμών και προνομίων, κάνοντας χρήση άτυπων πλεονεκτημάτων που η τυπολογία τους άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ότι προσομοιάζει με καθεστώς νομικών τάξεων κι αυτό άσχετα από την έλλειψη θέσμισης νομικών τάξεων[v].

Όχι μόνον η επίγνωση αλλά και η φαντασιακή εμπέδωση της συνθήκης της  εξωοικονομικής επικυριαρχίας θα μπορούσε άνετα από μόνη της να εξηγήσει την σχετικά απρόσκοπτη αποδοχή[vi] του μνημονιακού αρμαγεδώνα από τον Ελληνικό λαό. Από αυτή την οπτική γωνία μπορούμε να αντιληφθούμε τις δυνατότητες που με αρνητικό τρόπο δημιούργησε η κατοχή (1941-44), κατά την διάρκεια της οποίας άνοιξε ένα δύσβατο μονοπάτι  για την εκδήλωση διαθέσεων (εθνικής) κυριαρχίας εκ μέρους του λαού. Το «άνοιγμα» αυτό οφειλόταν στην κατάρρευση που επήλθε στις ομαλές συνθήκες κυριαρχίας και υποταγής. Όταν όμως το πολιτικό σύστημα, με όλες του τις ιδιαιτερότητες, άρχισε να αναδομείται, πριν ακόμη έλθει η απελευθέρωση, μπήκε σε κίνηση ο μηχανισμός της καταστροφής των όρων αλλά κυρίως της διάθεσης για εθνική κυριαρχία.

Μέγα το της θαλάσσης κράτος

Η σταθερή επιλογή της μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και αντίστοιχα ενός κομπραδόρικου Ελλαδικού καπιταλισμού, βαδίζει παράλληλα με μία υπερκείμενη και ουσιαστικά ανεξάρτητη σφαίρα ταξικής και προσωπικής οικονομικής ύπαρξης, που δεν αντιστοιχεί ούτε περιορίζεται από την πραγματικότητα του Ελληνικού κράτους και της οικονομικής δραστηριότητας που αυτό ασφυκτικά εναγκαλίζεται.

Σε ένα άλλο επίπεδο, ασύμβατο με τις Ελλαδικές διαστάσεις, σε μία επάλληλη όσο και «εξωτερική» σφαίρα, υπάρχει μια «άλλη Ελληνική οικονομία» στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, το αναμφισβήτητο διεθνές μέγεθος του οποίου ουδεμία σχέση έχει με τις δευτεροκλασάτες επιδόσεις της Ελλαδικής οικονομίας.

Η «εξωτερική» αυτή οικονομία αντιστοιχεί προς τα έσω και προς τα κάτω – δίνοντας έτσι ευρεία βάση στο οικοδόμημα – με την σφαίρα των πάσης φύσεως παραοικονομικών δραστηριοτήτων, που ασκούνται συνήθως από όσους διακινδυνεύοντας αποφασίζουν να εξέλθουν δραστικά εκτός των ορίων της ασφυκτικής και ενίοτε ευθέως καταστρεπτικής νομιμότητας.

Η υπερκείμενη τάξη του εφοπλιστικού κεφαλαίου, που βασιλεύει ως ανεύθυνος άρχων, αλλά δεν άρχει και το σύνολο των ανθρώπων που δρουν στη σφαίρα της άτυπης, εθιμικά όμως ανεκτής παραοικονομίας, αποτελούν δύο φαινόμενα που βρίσκονται σε εκ του μακρόθεν διάλογο, με την δεύτερη να τροφοδοτεί συχνά-πυκνά με νέο αίμα την πρώτη.

Η πραγματικότητα του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου, θυμίζει εν μέρει τους όρους ύπαρξης της Βενετσιάνικης ολιγαρχίας – χωρίς όμως την γεωγραφική ύπαρξη μιας «Βενετίας»[vii], ταυτόχρονα ο Ελληνικός λαός, οι εθνικές παραδόσεις, το Ελληνικό κράτος, και η Ελληνική οικονομία αποτελούν απλώς μέρος του διαθέσιμου ενεργητικού.

Μεταπολεμικά το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο είναι το μοναδικό που κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει και να διατηρήσει τα κεκτημένα του στον διεθνή καταμερισμό, αλλά και να αυξήσει το σχετικό όσο και το απόλυτο διεθνές του μέγεθος. Παράλληλα σταδιακά αποδεσμεύθηκε από κάθε ευθύνη που γεννούσε η επαφή του με το Ελληνικό κράτος, διασφαλίζοντας όμως θεσμικά τον ιδιότυπο ρόλο μιας «ανεύθυνης» ολιγαρχίας.

Η τάξη αυτή, στο μέτρο που της επιτρέπεται από τους συγκυριακούςσυσχετισμούς, χειρίζεται τα συμφέροντα του Ελληνικού λαού που βρίσκεται εγκλωβισμένο μέσα στα όρια του Ελλαδικού κράτους, χωρίς όμως να ταυτίζεται με τα συμφέροντα των στενά Ελλαδικών ολιγαρχικών στρωμάτων, των οποίων ο ορίζοντας είναι απείρως στενότερος και συμπλεγματικά εσωστρεφής.

Για να κατανοηθεί ο ελληνικός εφοπλισμός απαιτείται διαύγαση της ύπαρξης και της λειτουργίας του, ανατρέχοντας σε προκαπιταλιστικές ή πρωτοκαπιταλιστικές δομές που δεν αφορούν το κλασσικό παράδειγμα του εθνικού κράτους, έτσι όπως διαμορφώνεται οριστικά μετά την Γαλλική Επανάσταση.

Μακριά και άσχετα απ’ όλα αυτά, το όραμα ενός κυρίαρχου και λειτουργικού εθνικού κράτους παρέχεται αφειδώς ως παραμυθία στους υπηκόους της Ελληνικής επικράτειας, που ενοχικά ονειρεύονται ένα κραταιό εθνικό κράτος, για το οποίο συνεχώς κρίνονται ανάξιοι.

Τι θα μπορούσε να αποτελεί το πολιτικό και πολιτειακό όραμα αυτής της τρόπον τινά «εξωτερικής» άρχουσας τάξης;

Έχοντας υπ’ όψιν την ταύτισή της με την οικουμενική ορθοδοξία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι απόψεις, όπως αυτές του π. Ιωάννη Ρωμανίδη[viii], θα μπορούσαν να αποτελούν ένα πιθανό ιχνογράφημα.

Δηλαδή το όραμα μίας προ του σχίσματος Ρωμιοσύνης που θα ξαναένωνε τους λαούς του Ανατολικού και του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους σε μία ειδυλλιακή κατάσταση που ίσχυε πριν τον Καρλομάγνο. Το πολιτειακό αυτό μοντέλο, είναι νοσταλγικά αυτοκρατορικό, με ιδεολογία την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και υπόβαθρο την ελληνορωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι περισσότερο από ένα νοητικό πείραμα. Η θέαση αυτή, ακόμη και σαν απλό όραμα, προσφέρει μία πρωτότυπη χρηστική ανάλυση της διεθνούς θέσης του ελληνικού έθνους που γίνεται αντιληπτό ως Ρωμαίικο, στον αντίποδα της μετακαρλομάγνιας πορείας των Τευτονικών λαών και της επιρροής τους στην διαμόρφωση του προσώπου της νεότερης Ευρώπης, πορεία διχαστική με την εισαγωγή των διχοτομιών βοράς/νότος και ανατολή/δύση.

Τα μέλη αυτής της τάξης λειτουργούν με βάση ολιγαρχικά πρότυπα η γενεαλογία των οποίων πρέπει να αναζητηθεί στην μακροχρόνια ιστορική παράδοση του Αιγαίου. Το ιδιότυπο φαντασιακό και ιδεολογικό τους προφίλ τους προσδίδει αξιοπρόσεκτη δύναμη επιβίωσης, σε αντίθεση με άλλες Ελληνικές ολιγαρχικές ομάδες, η ύπαρξη και η εξουσία των οποίων είναι ελεγχόμενη και εξαρτημένη.

Ανατρέχοντας στην στιγμή της εκκίνησης συγκριτικά με άλλες ομάδες που βρέθηκαν να ηγούνται της επανάστασης του 1821, βλέπουμε ότι η εφοπλιστική ολιγαρχία όχι μόνον επιβίωσε, αλλά υπερέβη κάθε προσδοκία ανερχόμενη σε διεθνή περιωπή. Πρακτικά είναι η μοναδική τάξη που δεν υπέστη τις συνέπειες της συνεχούς συρρίκνωσης των Ελληνικών πληθυσμών, που 100 χρόνια πριν θα βρίσκαμε ακόμη διάσπαρτους και ακμάζοντες στα όρια τριών αυτοκρατοριών της Οθωμανικής, της Τσαρικής και της Αυστροουγγρικής.

Η θαλάσσιος προσανατολισμός, αξιοποιώντας την μακρά ελληνική ναυτική παράδοση, συντονίσθηκε με τις δύο θαλάσσιες δυνάμεις που καθόρισαν την παγκόσμια ιστορία μετά τους Ναπολεόντιους πολέμους (Μ. Βρετανία και ΗΠΑ). Έτσι κατά την διάρκεια των διακυμάνσεων της πρόσφατης Ελληνικής ιστορίας, αναδείχθηκαν κατά τρόπο που ο Ελλαδικός καπιταλισμός δεν μπόρεσε ποτέ ούτε να ονειρευτεί.

Η αποποίηση, εκ μέρους της τάξης αυτής, κάθε αμφίπλευρου δεσμού ή υποχρέωσης, που είναι σύμφυτες με την Ελλαδική επικράτεια αποτελεί θεμελιώδη αιτία για το παροιμιώδες έλλειμμα ηγέτιδος τάξης που εμφανίζει το Ελληνικό έθνος, καθότι, ενώ τα μέλη της συμμετέχουν στις ανώτατες σφαίρες των καπιταλιστικών ελίτ, ταυτόχρονα έχουν καταφέρει να μην εμπλέκονται με τα καθήκοντα ή τις συνέπειες που γεννά η επαφή με την ελληνική επικράτεια.

Πρέπει να επιμετρηθεί ιδιαίτερα το προσόν της σταθερής τους προσήλωσης στην συμμαχία με τις δυνάμεις της θάλασσας, πράγμα βέβαια πρακτικά αναπόφευκτο, σταθερότητα που τους τοποθετεί μακρυά από τις παλινωδίες μεγάλων τμημάτων της «εσωτερικής» Ελλαδικής ολιγαρχίας και τις  πολιτικής ελίτ, που βρέθηκαν να επιλέγουν σε κρίσιμες περιόδους, είτε το Γερμανικό, είτε το Ρωσικό στρατόπεδο, παραγνωρίζοντας την γεωπολιτική ένταξη του Ελληνικού χώρου μετά την ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Ο Ελληνικός λαός πρέπει να πάψει να τυφλώνεται από την βλακώδη προπαγάνδα που αντιμετωπίζει την θαλάσσια επικράτεια της Ελλάδος ως πρόβλημα και όχι ως λύση. Αλλάζοντας οπτική γωνία και παράδειγμα θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ένα τελείως διαφορετικό δρόμο πολιτικής, πολιτειακής και οικονομικής συγκρότησης ξαναπιάνοντας το νήμα και τους προβληματισμούς της αρχαίας δημοκρατίας.

Στην αρχαία Αθήνα, συντελέστηκε μία πρωτότυπη ιστορική διάνοιξη, βήμα με βήμα επινοήθηκε η δημοκρατία, παράλληλα με την επιλογή της θαλάσσιας ισχύος, επιλογή που συνήθως συνάπτεται με αιωνόβια ολιγαρχικά καθεστώτα (Καρχηδών, Κόριθνος, Βενετία, Μεγάλη Βρετανία, κλπ).

Φθάνουμε έτσι σε ένα κομβικό ερώτημα, με βάση πιο μοντέλο πορευόμαστε; Ένα δημοκρατικό μοντέλο θαλάσσιας ισχύος – ορμώμενοι από τον αρχιπελαγικό χαρακτήρα της ελληνικής επικράτειας ή ένα στενόκαρδο ολιγαρχικό μοντέλο χερσαίας δύναμης, ούτως ή άλλως ανέφικτο, στο μέτρο που οι Βυζαντινές εδαφικές του προϋποθέσεις από καιρό αποτελούν ξένες επικράτειες;

[i] Samir Amin, Monthly Review, τεύχος Σεπτεμβρίου 2012 και Εφημερίδα των Συντακτών της 13/1/2013 .

[ii] Σε μία εκδήλωση όψιμης σοφίας, ο «συνετός εκσυγχρονιστής» Αλέκος Παπαδόπουλος σημειώνει σε άρθρο, Βήμα, 24/05/2013: «Η οικονομική ελίτ, που συγκροτήθηκε μεταπολεμικά, πορεύτηκε αλληλοεξαρτώμενη με τις άλλες ηγέτιδες τάξεις και κυρίως με την πολιτική. Λειτούργησε χωρίς ανεπτυγμένη συνείδηση εθνικής ευθύνης, εκτός από κάποιες και εδώ εξαιρέσεις. Ιθύνουσα Εθνική Αστική Τάξη δεν θέλησαν να γίνουν ποτέ, υποδύθηκαν μόνο «ρόλους» που δεν πίστεψαν και παρέμειναν απλά ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Δεν ανέλαβαν ποτέ ευθύνες εγγύησης και πρωτοβουλίες υπεράσπισης της χώρας. Ανέχθηκαν, αν δεν υποδαύλισαν, τον λαϊκισμό για τα δικά τους συμφέροντα και συνέβαλαν αποφασιστικά στη θεσμική και οικονομική αποδυνάμωση της χώρας.»

[iii] Δεν πρέπει να ξεχνάμε και το Ελληνικό κράτος της Κύπρου.

[iv] Η αποικιακή – ιμπεριαλιστική εξάπλωση και δράση αποτελεί εκδήλωση κυριαρχίας που υπερβαίνει τα σύνορα του κράτους και βέβαια επιφέρει επέκταση των ορίων επιρροής της οικονομίας.

[v] Η υπόμνηση ότι στην θέση φεουδαλικού παρελθόντος βρίσκουμε το τιμαριωτικό σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας βοηθά κάπως την προσπάθεια ερμηνείας.

[vi] Οι λαϊκές δυνάμεις γνωρίζουν εκ πείρας ότι η συνταγματική πολιτική δράση στο πλαίσιο της Ελληνικής πραγματικότητας συνήθως είναι ατελέσφορη, καθότι το πλέγμα εξουσίας συγκροτείται πίσω ή παρά τους θεσμικούς κανόνες, έχοντας σαν συνήθη πρακτική την γελιοποίηση παρά τον σεβασμό των συνταγματικών κανόνων ή των νομικών περιορισμών.

[vii] Η Βενετίας διαθέτει ιδιάζοντα γεωγραφικό χαρακτήρα, παρόμοιες συνθήκες δεν συναντάμε στην Ελλάδα ούτε σε καμία Ελληνική πόλη διαχρονικά. Εξ ίσου όμως η Ελλάδα διαθέτει έναν ιδιάζοντα γεωγραφικό χαρακτήρα, θάλασσες και νησιωτικά συμπλέγματα που σχηματίζουν ένα συνεχές με ένα κατακερματισμένο – λόγω των οροσειρών – χερσαίο γεωγραφικό ανάγλυφο.

[viii] http://www.romanity.org/