Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
η ευεργετικη καθημερινοτητα τησ διαρκουσ παραδοσησ

Η ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Η σχέση που διατηρεί ο καλλιτέχνης με το υλικό του είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την έκφραση των θεωρητικών προθέσεων και των συγκινησιακών του παρορμήσεων, που επιζητούν χώρο και μορφή στο έργο. Για τον λόγο τούτο, η αναθεώρηση των εκφραστικών μέσων σε κάποιες περιόδους της προσωπικής δημιουργίας δεν αποτελεί απλώς μία αναδιάρθρωση του εκφραστικού μηχανισμού, αλλά είναι οργανικό στοιχείο στην πορεία της έρευνας και του στοχασμού, καθώς ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της γνωστικής ψηλάφισης του θέματος και του υλικού του.

Για τούτο κι η μετεξέλιξη της τεχνοτροπίας στα έργα που παρουσιάζει η Δήμητρα Χανιώτη στην έκθεσή της με τίτλο «Ο τρώσας και ιάσεται» στην γκαλερί «Τεχνοχώρος», στην οδό Λεμπέση, δεν ξενίζει όποιον είχε παρακολουθήσει την προηγούμενη δουλειά της. Η θεματική της προσέγγιση, που αναζητεί την πηγή της ταυτοδοσίας μέσα από τα πράγματα που συνηθίζουμε να ορίζουμε ως ‘παράδοση’ και μας προσδιορίζουν—είτε με θετικό, είτε με αρνητικό πρόσημο, αλλά πάντοτε χαρακτηριστικά—ως «συνειδότες» και «συνεργούς» μίας πορείας με πολλαπλές διαδρομές,(την καντιανή Mannigfaltigkeitder Empfindungen), απαιτεί  ακριβώς έναν διαφορετικό χειρισμό για να μπορέσουν να αναδειχθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνδέουν κάποιες φορές τις διαφορετικές εκδοχές της έννοιας αυτής.

Ο λόγος είναι γιατί, η Δ. Χανιώτη δε στέκεται μόνον στη μία πλευρά της έννοιας παράδοση—αυτή την παγιωμένη και χρονικά προσδιορισμένη ως παρελθόν που σηματοδοτεί.  Αντίθετα, καταδύεται και σ’ εκείνην την «κρυφή οντολογία», όπως θα έλεγε κι ο J.Searle,  των μικρών, καθημερινών, πραγμάτων, που κι εκείνα με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, καθορίζουν και μάλιστα με πιο μεγάλη διάρκεια και σε ευρύτερη κλίμακα, τη συμπεριφορά και την ταυτότητά μας. Είναι η εστίαση σε μία πλατύτερη εικόνα για την παράδοση, η οποία δεν στέκεται να μας κοιτάζει και να την κοιτάζουμε ακίνητη, που μας καθοδηγεί –ακόμη κι ως συνήθεια, ή μηχανική αντίδραση—σε μόνιμη βάση, αυτή είναι που μας προσφέρει την καθαρτική ‘ίαση’ από μία ‘πληγή’ συνειδησιακή, η οποία είναι φορές που αισθανόμαστε ότι μας κατατρώει. Είναι η ιστορία, που κάθε γενιά (ξανα)γράφει για λογαριασμό της και η σημασία της εξαρτάται από τα μόνα πράγματα που αυτή γνωρίζει κι αναγνωρίζει για τον κόσμο…..

Τα πράγματα τούτα τα καθημερινά, από τις πιο απλές συμπεριφορές, ίσαμε τα χρηστικά αντικείμενα, τα πετσετάκια, ή οι κλωστές των υφαντών, σε συνδυασμό με τα κλασσικά έργα που καταστρώνουν την ιδιαίτερη συνείδησή μας (για ν’ αναφέρω κάποια από τα χαρακτηριστικά των έργων της Χανιώτη), ανοίγουν ένα πλατύτερο χρονικό ριπίδι για τη βίωση της παράδοσης, ώστε αυτή να μην αποτελεί πλεόν βάρος. Δεν εκφράζουν πλέον ένα ‘ευκλεές’ παρελθόν, αλλά ένα specious present, κατά τον ορισμό του Whitehead—ένας σύνθετος όρος-λογοπαίγνιο, που καθορίζει και τον χωροχρόνο (space) και το είδος (species) κι αποτελεί μία διευρυμένη έννοια που εμπεριέχει όχι μόνον στοιχεία από το παρόν, αλλά κι από το παρελθόν κι ίσως το μέλλον—όπως αυτό προκαθορίζεται από τις συμπεριφορές που έχουν σχέση με τις άλλες δύο χρονικές συγκυρίες.

Στην πορεία τούτη, όπου το «υψηλό» συγκοιρανεί το «ταπεινό», η σύνδεση μεταξύ των δύο διαφορετικών στιγμών –τόσο του βίου, όσο και της κουλτούρας—συμπλέκονται ταυτόχρονα η «ταυτότητα» κι η «διαφορά», καθώς τόσο η χρονική, όσο κι η βιωτή, θέση ενός σώματος και μίας συνείδησης επικαθορίζονται από εκείνη που προηγήθηκε, ενώ η συνέχεια αποτελεί μία προϋπόθεση του περάσματος από την εμπειρία, όπως θα μας επιβεβαίωνε κι ο G.H.Mead.

Η διαφορά ωστόσο παραμένει ενεργά προσδιορισμένη: καθότι ο συσχετισμός ενός περιεχομένου με κάποιο άλλο δεν συνιστά τον χαρακτηρισμό της σημασία του σε συμβολικό επίπεδο. Για τη συνείδηση του κάθε ανθρώπου για της σημασία του περιεχομένου, το σύμβολο κι εκείνο που συμβολίζει (δηλ. ότι επισημαίνει) θα πρέπει να αναπαρίστανται ξεχωριστά, καθώς οι αντιδράσεις μας απέναντι σε αντικείμενα ορισμένου τύπου είναι σταθερά προσδιορισμένες ως προς τον αυτοματισμό τους. Επειδή, είναι ακριβώς προδιαγεγραμμένη η ξεχωριστή—συμβολική, ή λειτουργική τους—φύση, η πρώτη αντίδραση προηγείται του τελικού, θεωρητικού, συσχετισμού τους.

Όπως επισημαίνει στο έργο της η Χανιώτη, το καινούργιο μπορεί να αναδυθεί, αλλά αναδύεται μές από τις συνθήκες που ήδη προϋπήρχαν ως παρούσες κι από τις προϋποθέσεις που διαφοροποιούν ποιοτικά το θετικό παρελθόν από το ‘καθαρό’ παρελθόν: αυτό που είναι τετελεσμένα περασμένο κι ως έκφραση αρνητικό κι αμετακίνητο, άρα άχρηστο.