Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ

Ο Παναγιώτης Γεννηματάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε Νομικά, Κλασική Φιλολογία, Πολιτική Κοινωνιολογία, Διεθνείς Σχέσεις, Φιλοσοφία και Μουσικολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών (1967-1974),Μονάχου (1976-1980) και Freiburg (1979) στη Γερμανία.
Μιλάει την αγγλική, γαλική, γερμανική και ιταλική.
Διετέλεσε:
- Ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη (1980-1981).
- Αντιπρόεδρος Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ 1980-1982).
- Αντιπρόεδρος ΒΙ.ΠΕ.-Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. (1986-1989).
- Πρόεδρος EUROSEC AXE (1990-1994).
- Σύμβουλος Διοικήσεως Τραπέζης της Ελλάδος (1993-1994).
- Πρώτος Έλληνας αντιπρόεδρος στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) στο Λουξεμβούργο (1994-2000).
- Ιδρυτής και πρόεδρος Δ.Σ. της ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ (2000-2006).
- Πρόεδρος της ΜΚΟ Ευρωπαϊκή Έκφραση (1999-2007).

Έχει γράψει 3 βιβλία και πλήθος άρθρων.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ
η εμπορικη συμφωνια η.π.α.-ε.ε.

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Η.Π.Α.-Ε.Ε.

Με καθυστέρηση μιας ολόκληρης εικοσαετίας έρχεται επιτέλους προς έγκριση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής η συμφωνία για την ενοποίηση των αγορών Ευρωπαϊκής Ένωσης και Η.Π.Α. Η συμφωνία αυτή που αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2014, πρέπει να θεωρηθεί ιστορική γιατί αποκαθιστά όρους οιονεί ενιαίας αγοράς μεταξύ των δύο ισχυροτέρων αγορών της παγκόσμιας οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό εγκαθίσταται μια κοινή ατλαντική αγορά και μια ατλαντική εμπορική κοινότητα που είναι επίσης σύμφωνη με το βαθύτερο πνεύμα του Βορειοατλαντικού Αμυντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).Η προϊστορία της συμφωνία αυτής είναι μακρά. Ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν πλησίαζε στην χρονολογία έναρξης ισχύος της η εγκατάσταση της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς (1992). Ως φυσική συνέχεια αλλά και ως λογική συνέπεια της ενοποίησης της εσωτερικής αγοράς των κρατών-μελών της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο αρμόδιος την περίοδο εκείνη άγγλος επίτροπος των Διεθνών Εμπορικών Σχέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  Λήο Μπρίταιν είχε εισηγηθεί αλλά και κατ’ αρχήν διαπραγματευθεί με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού το σχετικό  προσχέδιο συμφωνίας.

Η συμφωνία αυτή έγινε εξ αρχής αντικείμενο έντονης εσωτερικής συζήτησης τόσο στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στα πλαίσια του Συμβουλίου Υπουργών της  τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η συζήτηση αφορούσε όχι μόνο την οικονομική σημασία της και τους ειδικότερους όρους εμπορικής ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων αλλά  και τον πολιτικό και οικονομικό χρόνο της εμφάνισής της.  Μετά την ολοκλήρωση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς  η ηγεμονική τότε τριάδα της Ευρώπης Χ. Κόλ-Φ. Μιττεράν-Ζακ Ντελόρ προέκρινε ως επόμενη στρατηγική προτεραιότητα για την διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης  την θεσμοποίηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης  (Ο.Ν.Ε.).

Η εμπορική συμφωνία Ε.Κ-Η.Π.Α. μπορούσε αλλά και έπρεπε να περιμένει. Η Ο.Ν.Ε. θεωρήθηκε τότε ότι αφ’ ενός θα ισχυροποιούσε περισσότερο την ευρωπαϊκή οικονομία απέναντι της αμερικανικής, αφ’ ετέρου, με την εγκατάσταση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος  θα  σταθεροποιούσε το  γενικότερο  συναλλαγματικό  κόστος. Επί πλέον, ο γαλλογερμανικός άξονας, στο απόγειο τότε της πολιτικής του ισχύος, είχε θέσει ως απόλυτη ευρωπαϊκή πολιτική  προτεραιότητα την ολοκληρωτικήν ένταξη της πρόσφατα ενωμένης τότε Γερμανίας μέσα σε ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο ευρωπαϊκής εμβάθυνσης. Στο σημείο αυτό συμφωνούσε και  ο ισχυρότερος εξ αρχής υποστηρικτής της εμπορικής συμφωνίας Ε.Κ-Η.Π.Α.  που ήταν η μεγάλη Βρετανία.

Η συμφωνία έρχεται σήμερα να προσδώσει πολλαπλασιαστική αναπτυξιακή επιτάχυνση στις δύο ατλαντικές οικονομίες που από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 διατελούν υπό συνθήκες διαιαωνιζόμενης οικονομικής αβεβαιότητας.

Ταυτόχρονα η γερμανική οικονομία, ενώ διατηρεί την ισχυρή της ανταγωνιστικότητα απέναντι όλων των άλλων ανερχομένων διεθνώς οικονομιών, έχει χάσει σημαντικό μερίδιο εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς λόγω της ευρύτερης ευρωπαϊκής ύφεσης και των χειμαζομένων από τη λιτότητα οικονομιών του ευρωπαϊκού νότου.  Είναι εύλογο λοιπόν ότι από την εμπορική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Η.Π.Α.  που θα εξομαλύνει προφανώς περισσότερο τους ατλαντικούς όρους εμπορίου τα περισσότερα οφέλη προσδοκά η  εξαγωγικά σταθερά πανίσχυρη γερμανική οικονομία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι πτωχότερες και παραπαίουσες ακόμα οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου δεν έχουν να προσδοκούν σημαντικά οφέλη από την ανετότερη προσβασιμότητα στην ακόρεστη πάντοτε αμερικανική αγορά (και μέσω αυτής στις υπόλοιπες χώρες της ΝAFTA, δηλαδή το Μεξικό και τον Καναδά.).  Είναι σαφές ότι μεταξύ αυτών και η Ελλάς που επί της προεδρείας της αναμένεται να ολοκληρωθεί η συμφωνία, έχει μεγάλα περιθώρια να ωφεληθεί από την αμερικανική αγορά, τώρα που η  ανταγωνιστικότητα της ελληνικής  εμφανίζεται να έχει σχετικά ενισχυθεί.