Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017
η ελαφροτητα τησ εξουσιασ

Η ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΙΔΗ

Η απάθεια που “δεξί χέρι” οικονομικού υφυπουργού της κυβέρνησης αντιμετώπιζε Κρητικό επιχειρηματία που δικαίως ζητούσε να του καταβληθεί η επιχορήγηση που έχει εγκριθεί από τον περασμένο Ιούνιο (!), αλλά κι η επιστροφή του ΦΠΑ για να μην “σφραγιστεί”, αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα της σημερινής κατάστασης.

Διότι δεν φτάνει μόνο η αδυναμία του κράτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πολιτών. Δεν φτάνει που η κυβέρνηση περικόπτει εισοδήματα από δικαίους και αδίκους. Δεν φτάνει η θηλιά των φοροεισπρακτικών μέτρων που σφίγγει σε πολίτες κι επιχειρήσεις, στεγνώνοντας την αγορά από ρευστό και σπρώχνοντας την οικονομία σε βαθιά ύφεση με αόρατη ακόμα και την ελπίδα εξόδου απ” αυτή.

Είναι κυρίως η αίσθηση τού “αποφασίζουμε και διατάσσουμε” που εμπεδώνεται καθημερινά στους πολίτες και πλήττει τον πυρήνα της πολιτικής αξιοπιστίας της κυβέρνησης Παπανδρέου. Διότι οι Έλληνες όταν στις 4 Οκτωβρίου ψήφιζαν το ΠΑΣΟΚ γνώριζαν ότι πολλά θα πρέπει να αλλάξουν για να πάει ο τόπος μπροστά. Κατανοούσαν ότι η νέα κυβέρνηση θα έπρεπε να επιδείξει πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα για να …μεταρρυθμίσει κατεστημένες αντιλήψεις και νοοτροπίες. Για αυτό κι έδωσαν ισχυρή πλειοψηφία στον Γιώργο Παπανδρέου.

Εκείνο όμως που δεν μπορούσαν να φανταστούν οι πολίτες είναι η ευκολία με την οποία επιλεγμένα κομματικά στελέχη θα καταλάμβαναν (πέραν της αξιοκρατίας που κόμιζε ο Γιώργος Παπανδρέου και παρά το open gov για την υποβολή αξιόλογων βιογραφικών…) κρίσιμες κρατικές θέσεις. Ούτε την ανικανότητά τους να χειριστούν στοιχειώδη ζητήματα μπορούσαν να φανταστούν οι πολίτες. Εκείνο όπως που ξεπερνά κάθε φαντασία είναι η ελαφρότητα με την οποία τα στελέχη αυτά, απολαμβάνοντας τα πολυτελή κι επιβλητικά γραφεία που τους διαθέτει το κράτος και τη σιγουριά του μισθού που πέφτει “μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει”, αντιμετωπίζουν την υπερπροσπάθεια πολιτών όλων των κοινωνικών τάξεων να επιβιώσουν.

Να ταν άραγε ο τίτλος (που φλερτάρει με την έννοια του “ψευδεπίγραφου”…) της “σοσιαλιστικής κυβέρνησης” που δημιούργησε την πλάνη και στέρησε την φαντασία απ” τα “χειρότερα που έρχονταν”; Θα μπορούσε. Όμως περισσότερο ήταν (και ίσως παραμένει) η βάσιμη υποψία πως ο Γιώργος Παπανδρέου είναι έντιμος και κυρίως δίκαιος πρωθυπουργός. Και πως μ” αυτόν στο τιμόνι της χώρας θα διορθώνοντας τα “κακώς κείμενα” με τρόπο αξιοκρατικό που θα “απελευθερώσει τις υγιείς δυνάμεις του τόπου”, όπως διατείνεται.

Αν η παραπάνω υποψία διαψευσθεί από τις τέτοιου είδους αλαζονικές συμπεριφορές συνεργατών του, υπουργών και στελεχών που αυτή τη στιγμή έχουν την τύχη της χώρας στα χέρια τους, το σημερινό μείγμα δυσφορίας, φόβου και καρτερικότητας θα μετατραπεί πολύ εύκολα σε λαϊκή οργή τέτοια που θα συμπαρασύρει την κυβέρνηση Παπανδρέου και μαζί της την τελευταία ευκαιρία για ανάταξη της οικονομίας και του τόπου.