Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
η εκπτωση του μπερλουσκονι: καταρρευση ή παγιωση τησ πολιτικησ θεολογιασ;

Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΠΕΡΛΟΥΣΚΟΝΙ: ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ Ή ΠΑΓΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ;

Ένα από τα σημαντικά γεγονότα που είχε να επιδείξει η διεθνής ειδησεογραφία τις τελευταίες ημέρες, ήταν και η «αποκαθήλωση» του Σίβιο Μπερλουσκόνι από τα κοινοβουλευτικά όργανα της ιταλικής πολιτικής ζωής, μετά την έκπτωσή του από την έδρα του στη Γερουσία. Εν τούτοις, η αποπομπή του Μπερλουσκόνι είναι προφανές δεν σημαίνει και απαραίτητα τον αυτόματο αποκλεισμό του, θεσμικό και ουσιαστικό, και από την γενικώτερη πολιτική ζωή της Belpaese: απεναντίας, οι δημόσιες εμφανίσεις του, έμπλεες à la Karl Schmitt «πολιτικο-θεολογικού» περιεχομένου και χαρακτήρα, καθιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο εμφανείς τις αδυναμίες της αντίρροπης πολιτικής άποψης, την αβεβαιότητα της ισχύος της κυβέρνησης του Ενρίκο Λέτα, και πρωτίστως της καταρράκωσης του πολιτικού λόγου της αντιπολίτευσης.

Παρακολουθώντας κανείς το ‘μεσσιανικό’ παραλήρημα του Μπερλουσκόνι, που υπόσχεται ως άλλος Ημίθεος να παλαίψει για την ‘ελευθερία’,  τους λυσσαλέους φιλιππικούς που εκτόξευσαν επίσης κατά των αντιπάλων τους οι πιστοί του ακόλουθοι, όπως η «πύθωνας» Σαντακέ, και η καθολική άγνοια των οπαδών του για το ποιο πράγμα παλαίουν (όπως έγινε εμφανές από τα ρεπορτάζ στα ιταλικά μέσα ενημέρωσης), επιβεβαίωσαν την θεολογικο-πολιτική παράμετρο που έχει εισάγει και παγιώσει στη θεσμική αρένα ο πρώην πρωθυπουργός, μέσα από τις διαρκείς «αναπαραστάσεις» της μορφής του ίδιου και του ‘αγώνα’ στον οποίο αποδύεται.

Κατά τον Schmitt (Römischer Katholizismus und politische Form) η ‘αναπαράσταση’ που απορρέει από την ‘αντιπροσωπευτική (εξουσιαστική) αρχή’ αντιστοιχεί στην «οπτικοποίηση» των αξιών και των ιδεωδών ενός θεσμού (είτε αυτός είναι πολιτική παράταξη, είτε η Εκκλησία, κλπ) και μέσα σε τούτην την αναπαράσταση ο καθένας λαμβάνει θέση απέναντί της και κατά κύριο λόγο ταυτίζεται και την ενσωματώνει. Όπως τονίζει ο Γερμανός θεωρητικός «κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να διαρκέσει, ούτε καν για μία γενεά, χάρις  σε μία απλή επίκληση της εξουσίας του (….) και καμμία εξουσία χωρίς το ΗΘΟΣ της ΠΕΙΘΟΥΣ». Ουσιαστικά αναπαριστώντας τις αξίες και τα ιδεώδη μίας συγκεκριμένης μερίδας του πληθυσμού –που κάποτε ήσαν κι αντικρουόμενες μεταξύ των μελών του νεοδημιούργητου ακροατηρίου του (Καθολικοί, Χριστιανοδημοκράτες, Νεοφασίστες, Νεοφιλελεύθεροι, απολίτικοι)—ο Μπερλουσκόνι μπόρεσε και με τη βοήθεια των Μέσων Ενημέρωσης που κατείχε, να πείσει την κοινή γνώμη ότι ο λόγος του κι οι πράξεις του διέθεταν πρωτίστως μία «ηθική» παράμετρο, ένα «όραμα» για την νωθρή και τελματωμένη ιταλική πολιτική σκηνή.
Άμεση απόρροια του θεολογικο-πολιτικού χαρακτήρα, ήταν η δημιουργία μίας «απόλυτης εξουσίας», όπως την όριζε ο Schmitt, της «προσωπικής εξουσίας».

Μίας προσωποπαγούς εξουσίας, τόσο του Μπερλουσκόνι, όσο και της ‘ταυτισμένης’ από το ακροατήριό του, που μέσα από τον μηχανισμό της αναπαράστασης, αισθανόταν αποδέκτης της προσωπικής αυτής εξουσίας, κοινωνός και ενεργός πρωταγωνιστής της. Ο Μπερλουσκόνι, ελέω της θεολογικο-πολιτικής διάστασης του λόγου του, καλλιέργησε την ιδέα και στον τελευταίο οπαδό του, ακόμη και στον πιο ακαλλιέργητο, πως διαθέτει μία αυτοδίκαιη προσωπική αξιοπρέπεια και πως ο αγώνας που δίνει για τον ηγέτη του είναι αγώνας «ηθικός» και καλός (όπως ακριβώς και στην περίπτωση που υπερασπίζεται την Εκκλησία και την πίστη του).

Ο Schmitt μας διδάσκει πως οι αφηρημένες ιδέες, όπως δημοκρατία κι ελευθερία (όπως ακριβώς  κι ο Θεός, ή η πίστη) γίνονται κατανοητές μόνον ως το «περιεχόμενο μίας αναπαράστασης» κι ο υποδοχέας τους θεωρεί εαυτόν ως εκπρόσωπο μίας «υψηλής αξίας», την οποία κι ο ίδιος κατέχει.

Στους αντίποδες, το πρόβλημα της αντιπολίτευσης μπορεί να συνοψισθεί στο γεγονός ότι, ναι μεν στόχευσε τα πυρά της προς το πρόσωπο του Μπερλουσκόνι, αλλά παρέβλεψε την ανάγκη να εκφράσει νέες πρότυπες ιδέες, που όχι απλώς θα εξέφραζαν τα αισθήματα της πλειονότητας των Ιταλών, αλλά συνάμα θα τους προσέφεραν τα απτά κίνητρα για να συμμετάσχουν ενεργά στις πολιτικές διαδικασίες. Η απουσία ιδεών και ηθικο-πολιτικών οραμάτων, συν την αδιαφορία του καθοδηγούμενου συνδικαλισμού όχι να εκπαιδεύσει τον εργαζόμενο σε νέες μορφές πάλης κι αντιμετώπισης των νέων πολιτικο-πολιτιστικών δεδομένων, αλλά σε μία ατέρμονη κι άκαρπη ιδεολογικά μισθολογική διεκδίκηση,  οδήγησε τις πλατιές στρατιές των αντιπάλων του Μπερλουσκόνι στην αδιαφορία και την αποστρατεία.

Παλιώτερα, όταν οι αντιφασιστικές μάχες, οι αντι-ιμπεριαλιστικοί αγώνες, η πάλη στα εργοστάσια, ήσαν πολύ πιο πρόσφατες, οι ιδέες και τα ιδανικά που εκφράζονταν λεκτικά στους όρους «δημοκρατία», «ελευθερία», «δικαιώματα» κλπ, ‘εκπροσωπούνταν’ άμεσα σε απτές παραστάσεις και οι ηθικές, πολιτικές και ταυτίσεις με αυτές τις ιδέες ήσαν δυντές. Δεν είναι τυχαίο που ο Μπερλουσκόνι σφετερίσθηκε την ίδια την ιδέα της «ελευθερίας», στρατολογώντας την ως ονομασία και σημαία του κόμματός του και του δικού του πολιτεύεσθαι.

Η στροφή προς τον ‘κεντροαριστερό  κι η αδυναμία τους να αφουγκρασθούν τις νέες τάσεις της αντι-καπιταλιστικής πάλης των πάλαι ποτέ κομμουνιστών—ο οποίος καμμία σχέση δεν είχε με τον ‘λαϊκό’ ιστορικό μετασχηματισμό του PCI σε μία ‘προοδευτική δημοκρατική’ δύναμη’, αλλά χωρίς τακτικισμούς και μηχανισμούς, όπως τον οραματιζόταν ο ‘ρεφορμιστής’ Τζόρτζο Αμέντολα—είχε ως αποτέλεσμα την εκκένωση των αριστερών ιδεών και την απογοήτευση όσων αποζητούσαν έμπνευση. Οι συγκλίσεις με πρώην Χριστιανοδημοκράτες (Πρόντι, Φραντσεσκίνι, ο ίδιος ο Λέτα) κι οι αναπόφευκτοι πολιτικοί συνειρμοί που προκαλούσαν, απομάκρυναν τους ριζοσπαστικοποιημένους πολίτες από τις κομματικές τάξεις και τις κινητοποιήσεις που (εξακολουθούν και) δεν έχουν όραμα de profundis αλλαγής.

Μάλιστα, η έκπτωση του Μπερλουσκόνι—του οποίου η ‘αναπαράσταση’ άνθεξε παρά τις αλλεπάλληλες δίκες και καταδίκες του—κατέστη δυνατή μόνον μετά τη σύμπραξη των «αποστατών» του δικού του κόμματος, που δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσον αντίκτυπο έχουν στον πολύν κόσμο. Η υπόσχεση του Μπερλουσκόνι ότι θα συνεχίσει (από τα κάτω μάλιστα, μέσα από την κινητοποίηση της ‘βάσης’!) καθιστά αβέβαιο το εάν και κατά πόσον, η ιστορική τούτη εξέλιξη στην πολιτική ζωή της Χερσονήσου, δύναται να εκριζώσει το πολιτικο-θεολογικό κατεστημένο που θεμελίωσε ο ‘Καβαλιέρε’.