Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017
ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΠΠΑ

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΠΠΑ

Η Μαριλένα είναι διεθνολόγος. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα που πλέον τη μοιράζει με τις Βρυξέλλες όπου είναι ευρωβουλευτής. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Πολιτικές Επιστήμες στο Παρίσι, όπου ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre.
Από τον Οκτώβριο 2007 είναι Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Είναι τακτικό μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και της Υποεπιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας, Αντιπρόεδρος της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ΕΕ-Τουρκίας και Αναπληρωματικό μέλος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Βαλκανικής Πολιτικής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει γράψει σειρά άρθρων για θέματα διεθνούς πολιτικής και τρία βιβλία για την περιοχή των Βαλκανίων και συγκεκριμένα : «Μια Εύθραυστη Δημοκρατία : Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον» (εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2994), «Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια» (εκδόσεις Νέα Σύνορα- Λιβάνη, Αθήνα, 1997), «Η συγκρότηση των κρατών στα Βαλκάνια» (εκδόσεις Νέα Σύνορα- Λιβάνη, Αθήνα, 2002).
ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΟΠΠΑ
η «διασωση» των τραπεζων και το νεο μεσοπροθεσμο

Η «ΔΙΑΣΩΣΗ» ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ

Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη σε μερίδιο αγοράς των συστημικών τραπεζών, μια διαδικασία που δε φαίνεται άλλωστε να έχει «ολοκληρωθεί».  Εάν η Γερμανία είναι το πρότυπο μας, πρέπει να εξηγήσουμε γιατί εκεί οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες έχουν μερίδιο μόλις 33% του ενεργητικού του συνολικού τραπεζικού συστήματος. Αφού το αντίστοιχο ποσοστό για μόλις τρεισήμισι τράπεζες στην Ελλάδα είναι 98%, είτε κάνουμε κάτι καλύτερα από τη Γερμανία, είτε κοροϊδεύουμε τον κόσμο.

Το ζήτημα είναι το εξής: οι τράπεζες είναι κυρίως ιδρύματα διαχείρισης χρηματοπιστωτικού κινδύνου. Σε μια αγορά χωρίς ανταγωνισμό, οι τράπεζες δεν ρισκάρουν. Και με έλεγχο του 98% της τραπεζικής αγοράς, οι συστημικές τράπεζες δεν έχουν ανταγωνισμό. Άρα δε ρισκάρουν. Και οι τράπεζες που δεν ρισκάρουν συνάδουν με μια φεουδαρχική αλλά όχι με μια καπιταλιστική οικονομία. Για παράδειγμα, οι ελληνικές τράπεζες αντλούν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους από τόκους δανείων σε νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, που περνάνε ολοένα και περισσότερο «στο κόκκινο», σε αντίθεση με άλλα τραπεζικά συστήματα που έχουν αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες διαμεσολάβησης. Εάν κάτι δεν πάει καλά με το χαρτοφυλάκιο των δανείων τους, πρέπει να τις διασώσουμε (ξανά).

Λέμε ότι κάνουμε μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ενισχύσουμε τον ιδιωτικό τομέα και να επιτύχουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όταν μάλιστα μιλάμε για περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων με μια και μόνη προσφορά – που, παραδόξως, τείνει να γίνει ο κανόνας – η απάντηση είναι κροκοδείλια δάκρυα για τους ανέργους μας.

Όμως, το γεγονός είναι ότι η ελληνική ιδιωτική αγορά εργασίας βασίζεται για το 70% των θέσεων εργασίας στη μικρομεσαία και πολύ μικρή επιχείρηση. Και γι’ αυτές ακριβώς τις επιχειρήσεις τα επιτόκια δανεισμού δε συγκρίνονται με καμία άλλη αγορά στην Ευρώπη, ούτε καν με αυτά του ευρωπαϊκού νότου. Είμαστε πρωταθλητές.

Και έρχεται το Μεσοπρόθεσμο που ψηφίσαμε και προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 2,5% του ΑΕΠ το 2015, 3,5% του ΑΕΠ το 2016, 4,6% του ΑΕΠ το 2017 και 5,3% του ΑΕΠ το 2018. Προβλέπει επίσης αύξηση του ΑΕΠ κατά μέσο όρο 3,1% από το 2015 έως το 2018. Και φυσικά μείωση της ανεργίας από το 24,5% (που προβλέπουμε) το 2014 στο 15,9% το 2018. Το ερώτημα είναι απλό: πώς θα γίνει αυτό με τέσσερις ή τρεις τράπεζες;

Στη Βρετανία, την Ολλανδία και την Εσθονία ήδη οι κυβερνήσεις παίρνουν μέτρα και διοχετεύουν ρευστότητα στην αγορά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παρακάμπτοντας το τραπεζικό σύστημα (peer-to-peer banking). Στην Ελλάδα κινούμαστε προς την αντίθετη κατεύθυνση και έχουμε πλέον λιγότερο από 2% μερίδιο για τις συνεταιριστικές τράπεζες. Χωρίς ρευστότητα, από πού θα προκύψει η ανάπτυξη;  Αν πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη θα προέλθει από μεγάλες επενδύσεις πολυεθνικών είμαστε μακριά νυχτωμένοι. Ακόμα και στη Γερμανία, χωρίς το Mittelstand, ανάπτυξη δεν υπάρχει, θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται.

Το New Deal του μεσοπολέμου προέβλεπε το σπάσιμο των μεγάλων μονοπωλίων για να αυξηθεί η απασχόληση και η ανταγωνιστικότητα. Εμείς αντίθετα θέλουμε να δημιουργήσουμε κολοσσούς που εισπράττουν «ενοίκιο» από την ιδιωτική οικονομία. Και αυτό το λέμε  «μεταρρύθμιση»  και αναπτυξιακή πολιτική.