Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
η δημοκρατικη ειρηνευτικη υποθεση και η ελληνικη εξωτερικη πολιτικη. η διαμαχη του 1974 για κυπρο

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ 1974 ΓΙΑ ΚΥΠΡΟ

του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΔΑΜΗΡΑ 

Η υπόθεση για τη «Δημοκρατική Ειρήνη» ενθαρρύνει την ελπίδα για μια νέα εποχή της διεθνούς ειρήνης ανάμεσα σε έθνη−κράτη που υιοθετούν δημοκρατικές αξίες και δόγματα.

Επιχειρηματολογεί ότι οι Δημοκρατίες είναι περισσότερο πιθανό από τις μη Δημοκρατίες να επιλύουν τις διαφορές ανάμεσα σ΄ αυτές με ειρηνικό τρόπο.

Η κεντρική [κεφαλαιώδης] υπόθεση−ότι οι Δημοκρατίες δε διεξάγουν πολέμους μεταξύ τους−αποτελεί το μυστικό που κάποιος μπορεί να φτάσει σε ένα «σιδερένιο−νόμο» στις διεθνείς σχέσεις. Ο κόσμος που φτιάχνει τη πολιτική προσκολλάται πάρα πολύ σ΄ αυτή την άποψη, καθώς αποδείχτηκε από τους Προέδρους των ΗΠΑ Bill Clinton, George W. Bush, και Barack Obama.

Αντίθετα προς την υπόθεση για τη Δημοκρατική Ειρήνη, η διαμάχη για το νησί της Κύπρου οδήγησε σε μια αυξανόμενη σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία το 1974, παρά το γεγονός ότι και οι δυο χώρες ήταν υπό εκδημοκρατισμό και έτσι ενσωμάτωσαν τις δημοκρατικές φόρμες διακυβέρνησης. Η θέση είναι ότι, αντιθέτως προς τη φιλολογία που αφιερώθηκε στην υπόθεση της Δημοκρατικής Ειρήνης, οι χώρες στην πορεία του εκδημοκρατισμού [αυτής στη μετάβαση και επομένως όχι των σταθεροποιημένων Δημοκρατιών] ίσως επιδιώξουν συγκρουσιακές σχέσεις με τους γείτονες τους σαν αποτέλεσμα αδύνατων θεσμών και εσωτερικών πιέσεων [για παράδειγμα, εσωτερική πολιτική] που, ειρωνικά, είναι το αποτέλεσμα της πορείας εκδημοκρατισμού.
 
Στη περίπτωση της Ελλάδας, η πορεία εκδημοκρατισμού απέφερε ένα αδύναμο δημοκρατικό καθεστώς ανίκανο να επιβάλλει αποτελεσματικό έλεγχο και πολιτική τάξη στις λαϊκίστικες απαιτήσεις. Ενώ αυτό το νέο καθεστώς ήταν λιγότερο καταπιεστικό και επέτρεψε μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία από όση οι προάγγελοι του [η στρατιωτική χούντα], ήταν επίσης επιρρεπές στη πολιτική αστάθεια που προκλήθηκε από ποικίλες υπερσυντηρητικές και κομμουνιστικές ομάδες που ήταν προσηλωμένες στη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτή η σοβαρή και επισφαλής κατάσταση δημιούργησε τις συνθήκες για επιθετική συμπεριφορά εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της Κυπριακής Κρίσης το 1974. Αντίθετα προς την Υπόθεση Δημοκρατικής Ειρήνης, ο εκδημοκρατισμός συνεισέφερε πραγματικά σε σκληρή σύγκρουση ανάμεσα σε δυο Δημοκρατίες [Ελλάδα και Τουρκία] οδηγώντας και τις δυο στο χείλος του πολέμου.
 
Η υπόθεση της Δημοκρατικής Ειρήνης και τα μειονεκτήματα της.
 
Η υπόθεση της Δημοκρατικής Ειρήνης−ότι οι Δημοκρατικές χώρες δε διεξάγουν πολέμους μεταξύ τους και περισσότερο πιθανό από μη δημοκρατικές χώρες να επιλύουν τις διαφορές τους με ειρηνικό τρόπο−έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ποσότητα ερευνών που ασχολούνται με τα θέματα της Δημοκρατίας και του πολέμου. Ένας από τους ιδρυτές πατέρες αυτής της έντονης σπουδαίας συζήτησης ήταν ο Εμμάνουελ Κάντ. Στη φημισμένη πραγματεία του «Διαρκής Ειρήνη» ο Καντ ανέφερε ότι, «μια δημοκρατική μορφή κυβέρνησης χρησιμεύει ως παράδειγμα του κανόνα του νόμου, παρέχει μια εφαρμόσιμη βάση για κράτη να υπερπηδήσουν τη δομική αναρχία και να εξασφαλίσουν ειρηνικές σχέσεις ανάμεσα τους». «μια από τις κύριες πεποιθήσεις του βιβλίου του είναι ότι οι δημοκρατίες συνασπίζονται και δημιουργούν «ειρηνικές ομοσπονδίες». Η βάση για το επιχείρημα του ήταν μια ανάλυση της συμμαχίας της Συμμαχίας  της Δήλου, που δημιουργήθηκε το πέμπτο αιώνα π.Χ. από τους Αθηναίους και άλλες δημοκρατικές πόλεις-κράτη για να ασχοληθούν με τις ξένες στρατιωτικές απειλές, με πιο αξιοσημείωτη την απειλητική Περσική Αυτοκρατορία.
       
Ο Karl Deutsche στο βιβλίο του «Πολιτική Κοινότητα και η Βόρεια Ατλαντική Περιοχή», υποστηρίζει μια παρόμοια αντίληψη, «πλουραλιστικές κοινότητες ασφαλείας» στο οποίο μια μελέτη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας [ΝΑΤΟ] καθαρά απέδειξε ότι οι Δημοκρατίες τείνουν να συμμαχήσουν μεταξύ τους για να πολεμήσουν ένα κοινό εχθρό. Στη περίπτωση της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ η Σοβιετική Ένωση ήταν η απειλή. Εν συντομία, η σπουδαία συμφωνία είναι ότι οι Δημοκρατίες δε διεξάγουν πολέμους και τείνουν προς τη ίδρυση διεθνών θεσμών για το σκοπό της συνεργασίας σε κοινά προβλήματα. Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι δυνατά παραδείγματα για το πως δημοκρατικά έθνη−κράτη εργάζονται μαζί.
 
Παρ’  όλα αυτά, η υπόθεση της Δημοκρατικής Ειρήνης έχει υποστεί κριτική για αρκετούς λόγους. Η κλασσική φιλολογία εστιάζει στην ακραία υπόθεση του πολέμου και είναι, σε μεγάλο βαθμό, σωστή από αυτή την άποψη [δηλαδή οι Δημοκρατικές δε πάνε σε πόλεμο η μια εναντίον της άλλης]. Όμως, καθώς κάποιος κατέρχεται στο «παρεμβατικό φάσμα», η δύναμη της υπόθεσης γίνεται λιγότερη φανερή. Το ιστορικό αρχείο καθαρά δείχνει ότι οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ένα μεγάλο αριθμό κρυφών επιχειρήσεων εναντίον δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για να προστατέψουν τα εθνικά συμφέροντα τους, και σε τέσσερις υποθέσεις−στο Ιράν το 1953, στη Γουατεμάλα το 1954, στην Ελλάδα το 1967 και στη Χιλή το 1973−έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην ανατροπή τους. Η δύναμη της υπόθεσης για τη Δημοκρατική Ειρήνη εξαρτάται επίσης στο πως κάποιος καθορίζει τη «Δημοκρατία» κατά τη διάρκεια ειδικών ιστορικών περιόδων.  Για παράδειγμα, κάποιοι επιχειρηματολογούν ότι και η Αθήνα και τα Μέγαρα ήταν δημοκρατικά το 472 π.Χ, ενώ  άλλοι έχουν επιχειρηματολογήσει ότι τα Μέγαρα δεν ήταν μια πλήρως αναπτυγμένη δημοκρατία εξίσου με την Αθήνα. Το σημείο που είναι κρίσιμο για την υπόθεση της Δημοκρατικής Ειρήνης είναι ότι η Αθήνα και τα Μέγαρα πήγαν σε πόλεμο το 472 π.Χ. Σαν αποτέλεσμα, υπάρχει μια συνεχής συζήτηση για τον κατάλληλο καθορισμό της Δημοκρατίας, ειδικά κατά τη διάρκεια πρωιμότερων ιστορικών περιόδων, με σημαντική επίπτωση για την υπόθεση της Δημοκρατικής ειρήνης.
 
Μια σημαντικότερη κριτική είναι ότι η φιλολογία για τη δημοκρατική ειρήνη συχνά τοποθετεί αλλά αποτυγχάνει να ερευνήσει κρίσιμες μελέτες σε βάθος που τυπικά περιγράφονται σαν ανωμαλίες [π.χ η υπόθεση της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διαμάχη για την Κύπρο]. Υπό αυτή την έννοια, οι μελετητές [scholars] έχουν ποικιλοτρόπως εξηγήσει την Ελληνοτουρκική «ανωμαλία» με επιχειρήματα ότι η σύγκρουση συνέβη εξαιτίας των βαθιών ιστορικών αυστηρών μορφωτικών διαφορών. Ο Bruce Russett ισχυρίστηκε ότι η Ελληνοτουρκική διαμάχη έχει τα θεμέλια της σε βαθιές μορφωτικές διαφορές  που απορρέουν από τη Βυζαντινή και Οθωμανική ιστορική περίοδο. Οι Keith Legg και John Roberts ανέφεραν ότι η Ελληνοτουρκική εχθρότητα [απέχθεια] βασίζεται σε δυνατές ανταγωνιστικές γεοστρατηγικές σε σχέση με τη θάλασσα του Αιγαίου. Και οι δυο χώρες βλέπουν την ειδική περιοχή σαν ένα ολοκληρωμένο μέρος της εθνικοοικονομικής και πολιτικής επιβίωσης τους. Εν τέλει, ο Samuel Hantington και ο Spencer Weart παρουσίασαν το επιχείρημα ότι η Ελληνοτουρκική διαφορά βασίζεται σε βαθιές θρησκευτικές διαφορές ανάμεσα στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Τέτοια επιχειρήματα είναι, τελικά, μη ικανοποιητικά, όμως, σε αυτά αν μορφωτικοί, στρατηγικοί ή θρησκευτικοί λόγοι είναι το κλειδί της κατανόησης αυτής της υπόθεσης, γιατί άλλοι, και τι για τις καθ΄ υπόθεση εφαρμογή της υπόθεσης για τη Δημοκρατική Ειρήνη διαμέσου της παιδείας και των ιστορικών περιόδων;
 
Η σημαντικότερη αποτυχία της φιλολογίας για τη Δημοκρατική Ειρήνη είναι ότι έχει αποτύχει να αποδώσει επαρκώς την εν δυνάμει αποσταθεροποιητική φύση των δημοκρατιών κατά τη μετάβαση. Υπάρχουν δυο κρίσιμα σημεία. Πρώτον, οι ενδείξεις δείχνουν ότι ενώ σταθερές, καλά εδραιωμένες δημοκρατίες μπορεί να μη πολεμήσουν η μια εναντίον της άλλης σε μια δυνητική κρίση, μια πορεία εκδημοκρατισμού ή μεταβάσεων προς ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα ίσως δημιουργούσε τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες για ένα αδύναμο καθεστώς ανίκανο να επιβάλλει αποτελεσματικό έλεγχο και να διατηρήσει τη πολιτική τάξη. Έτσι, μια μεταβατική περίοδος προς δημοκρατικές αξίες και δοξασίες θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάδυση μιας ασταθούς κυβέρνησης επιρρεπούς σε επιθετική συμπεριφορά τη περίοδο της διαμάχης ή θα μπορούσε να πιέσει αυτή τη κυβέρνηση να εμπλακεί σε μια συγκρουσιακή κατάσταση.
 
Ιδιαίτερα, η κρίσιμη δεκαετία που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου υπήρξε μάρτυρας ποικίλων ειρηνικών μεταβολών προς τη Δημοκρατία, ακόμη ενός αριθμού από θυελλώδη πειράματα με δημοκρατικές αξίες και πολιτική δημιούργησαν οδυνηρούς κι αιματηρούς πολέμους. Το 1991, η Γιουγκοσλαβία διασπάστηκε σε ξεχωριστά εθνικοθρησκευτικά αντιμαχόμενα έθνη−κράτη στηριζόμενα σε εθνικοσοσιαλιστικά αισθήματα. Έτσι, ασκήθηκε πίεση σε αδύνατες εκλεγμένες κυβερνήσεις να εμπλακούν σε πόλεμο και σε εθνοκάθαρση. Σαν επακόλουθο της Σοβιετικής κατάρρευσης, το λαϊκό αίσθημα εκφράσθηκε στους δρόμους και στην κάλπη και πυροδότησε μια σκληρή [κτηνώδη = brutal] σύγκρουση ανάμεσα στις εκδημοκρατιζόμενες χώρες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν για τη διαφιλονικούμενη περιοχή του Nagorno-Karabakh [Ναγκόρνο Καραμπάχ].
       
Ακόμη περισσότερο, το Περού και το Εκουαντόρ, ενώ εκδημοκρατίστηκαν τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ενεπλάκησαν σε ένα συνοριακό πόλεμο σχετικά με τη περιοχή του Άνω Αμαζονίου το 1995. Ακόμη περαιτέρω, στη περιοχή της Ινδίας το Πακιστάν αντιμετώπισε μια πορεία εκδημοκρατισμού. Μετά το θάνατο του στρατιωτικού δικτάτορα του Zial ul-Haq, ποικίλες πολιτικές κυβερνήσεις ενεπλάκησαν σε πόλεμο σχετικά με το Μουσουλμανικό Κασμίρ. Οι εχθροπραξίες κορυφώθηκαν με το πόλεμο του Kargil το 1999. Αυτές οι αδύνατες αστικές κυβερνήσεις προώθησαν το στρατιωτικό Ισλάμ για να επιτύχουν δημοτικότητα και να αυξήσουν τα ποσοστά επιδοκιμασίας τους.
 
Είναι ολοφάνερο ότι η βία μέσα σε κάποια ασταθή δημοκρατικά καθεστώτα μπορεί να διαχυθεί πέρα από τα σύνορα. Ο εκδημοκρατισμός έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη σφαγή στο Μπουρούντι το 1993. Επίσης, στη γειτονική Ρουάντα η πορεία του εκδημοκρατισμού εξώθησε στη δολοφονία τουλάχιστον 800.000 ανθρώπων το 1994. Ιδιαίτερα, μια διεθνώς ενορχηστρωμένη συνθήκη διαμοιρασμού της εξουσίας η οποία προώθησε τον πλουραλισμό ανάμεσα στους Τούτσι και στους Χούτου, άνοιξε τη πόρτα για μια αδύνατη πορεία εκδημοκρατισμού η οποία οδήγησε στη προηγουμένως αναφερθείσα σφαγή των Τούτσι. Επιπρόσθετα, η υπόθεση της σχέσης Ουγγαρίας−Ρουμανίας στο 1990 ζωηρά φωτίζει το ιστορικό φαινόμενο. Και οι δυο χώρες αντιμετώπισαν μια κοινωνικοπολιτική αλλαγή από τον κομμουνισμό προς τη Δημοκρατία. Κατά τη διάρκεια εκείνης της εποχής παρουσίασαν αδύνατους δημοκρατικούς θεσμούς ανίκανους να ανταπεξέλθουν στη λανθάνουσα κρίση. Αρκετά σύντομα, το ζήτημα των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων της Ουγγρικής μειονότητας στη Ρουμανία φάνηκε στον ορίζοντα. Ανίκανες να επιλύσουν το ιδιαίτερο πρόβλημα με ένα ειρηνικό τρόπο, και οι δυο χώρες ενεπλάκησαν σε μια συγκρουσιακή σχέση που τράβηξε σε βάθος χρόνου μέχρι που οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ επιχείρησαν να λύσουν τη διαμάχη το 1997.
 
Δεύτερον, μεταβατικά δημοκρατικά καθεστώτα περισσότερο συχνά από όσο πρέπει παρέχουν λεωφόρους για νέους απελευθερωμένους κοινωνικοπολιτικούς πρωταγωνιστές για να ωθήσουν σε επιθετικές πολιτικές σε καιρούς κρίσης. Ιστορικές αποδείξεις διευκρινίζουν έντονα ότι το περισσότερο καιρό αυτοί οι νέοι κοινωνικοπολιτικοί πρωταγωνιστές [π.χ. ΜΜΕ, ομάδες συμφερόντων] αντί να ωθούν την κυβέρνηση να ενεργεί με ένα δημοκρατικό τρόπο, πιέζουν τους κυβερνήτες να υιοθετήσουν λαϊκιστικές πολιτικές. Αυτές οι πολιτικές πολύ συχνά παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά σε καιρούς μεγάλης κρίσης. Άλλη μια φορά η εριστική σχέση Ρουμανίας−Ουγγαρίας στη δεκαετία του ’90 εξηγεί αυτό το φαινόμενο. Και στις δυο χώρες τα ΜΜΕ και οι ομάδες συμφερόντων πίεζαν τις κυβερνήσεις τους να υιοθετήσουν επιθετικές θέσεις για την επίλυση του ζητήματος της Ουγγρικής μειονότητας. Έτσι, η πορεία εκδημοκρατισμού στη πραγματικότητα μερικές φορές οδηγεί ένα έθνος-κράτος να εμπλακεί σε πόλεμο μάλλον παρά να αναζητήσει ειρηνική λύση της κρίσης.
       
Εν συντομία, είναι απόδειξη ότι η επιστημονική μελέτη που είναι αφιερωμένη στη δημοκρατική υπόθεση ειρήνης έχει καταλήξει σε μια πληθώρα αποδείξεων για το πως οι δημοκρατίες δε μάχονται η μια την άλλη. Όμως, αυτή η επιστημονική μελέτη δεν έχει επαρκώς τονίσει τη συμπεριφορά των μεταβατικών δημοκρατιών το καιρό της κρίσης και έχει εντελώς αποτύχει να ερευνήσει την έτσι αποκαλούμενη «ανωμαλία» της Ελληνοτουρκικής σύγκρουσης κατά τη διάρκεια της Κυπριακής κρίσης το 1974.
 
Επιλύοντας το αίνιγμα της Ελληνοτουρκικής σύγκρουσης για τη Κύπρο.
 
Για να τονίσεις και να εξηγήσεις τη περίπλοκη εξέλιξη της συμπεριφοράς της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής διαρκούσης της Τουρκικής εισβολής υπό το κωδικό «επιχείρηση Αττίλας» στη Κύπρο το 1974, αυτή η έρευνα χρησιμοποιεί τρία σώματα/μονάδες της θεωρητικής φιλολογίας. Πρώτο και σημαντικότερο είναι η φιλολογία των «αλλαγών» που επικεντρώνεται στη σπουδαιότητα των εσωτερικών πρωταγονιστών στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών δομών κατά τη διάρκεια της μετάβασης στη Δημοκρατία. Αυτή η φιλολογία είναι πολύ πληροφοριακή [informative] γιατί επικεντρώνεται στο πως οι αλλαγές από απολυταρχικά [authoritarian] καθεστώτα μπορούν να οδηγήσουν σε μια ευρεία εντυπωσιακή σειρά από πολιτικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης της ανάδυσης αδύνατων δημοκρατικών πολιτικών που είναι ανίκανες να επιβάλλουν αποτελεσματικό έλεγχο και πολιτική τάξη. Ενώ αυτά τα καινούργια καθεστώτα μπορεί να είναι λιγότερο καταπιεστικά και να επιτρέπουν μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία από τους προκατόχους τους, είναι επίσης περισσότερο επιρρεπή σε πολιτική αστάθεια και επιθέσεις από αντιπολιτευόμενες ομάδες που αποσκοπούν στη κατάληψη της εξουσίας. Η Αρμενία ταιριάζει σ΄ αυτό το προφίλ. Το Αρμενικό μετακομμουνιστικό καθεστώς υπήρξε αδύνατο, που οφείλεται στην ανικανότητα του να θεσπίσει ένα αποτελεσματικό πολιτικό σύστημα. Επιπρόσθετα, αντιμετώπισε προκλήσεις από αντιπολιτευόμενες πολιτικές ομάδες με τάσεις κατάληψης της εξουσίας. Κάποιος μπορεί να εφαρμόσει αυτή τη θεωρητική άποψη στη Κυπριακή κρίση του 1974. Διαρκούσης αυτής της περιόδου της πολιτικής αλλαγής προς τη Δημοκρατία, ένα αδύνατο Ελληνικό καθεστώς επιρρεπές στην πολιτική αστάθεια εξαιτίας ισχυρών αντιπολιτευόμενων πολιτικών ομάδων, με περισσότερο αξιοσημείωτες την ακροδεξιά φατρία [faction] και τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα.
 
Δεύτερο, η θεωρητική φιλολογία των θεσμών [αδύνατος εναντίον ισχυρού] παρέχει επιπλέον κατανόηση της αντίδρασης της Ελλάδας στη Κυπριακή κρίση. Η σπουδαιότητα της επιβολής αποτελεσματικών θεσμών σε μια καθεστωτική αλλαγή [π.χ. από ένα καταπιεστικό καθεστώς σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα] έχει πάντοτε αναγνωρισθεί σαν ένα ζωτικό στοιχείο. Αποφάσεις που σχετίζονται ιδιαίτερα με τη δημιουργία κυβερνητικών [executive] θεσμών είναι σημαντική σε μια Δημοκρατία που χτίζει για ένα αριθμό λόγων [αιτίων]. Είναι ένα φανερό κεντρικό σημείο συνταγματικής ανησυχίας που ακολουθεί την απολυταρχική διακυβέρνηση, τονίζοντας την ανάγκη για έλεγχο και ευθύνη [accountability]. Ταυτόχρονα, υπάρχει ένας σύνδεσμος μια σχέση ανάμεσα στο ρόλο των πολιτικών προσώπων [executive], της κυβερνητικής απόδοσης, και, τέλος, στη σταθερότητα του νέου καθεστώτος [το οποίο περιλαμβάνει, ολοφάνερα, άλλους θεσμικούς ηθοποιούς, τέτοιους όπως η νομοθετική εξουσία]. Μια διαδικασία αλλαγής η οποία ίσως να στήριζε αδύνατους θεσμούς συχνά θεωρείται προβληματική γιατί μια αδύνατη πολιτική εξουσία είναι λιγότερο πιθανό να διατηρεί αποτελεσματικό έλεγχο επί της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Άλλη μια φορά, η Αρμενία στη μεταψυχροπολεμική εποχή είναι ένα ζωντανό παράδειγμα. Η Αρμενική πολιτική εξουσία είναι αδύνατη και επομένως ανίκανη να τα βγάλει πέρα με τα μαζικά κοινωνικοπολιτικά προβλήματα στις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές αρένες.
 
Εφαρμόζοντας τη δεύτερη θεωρητική φιλολογία στην Ελληνική υπόθεση, η μελέτη δείχνει ότι η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της είχε μια αδύνατη πολιτική εξουσία επιρρεπή προς λαϊκίστικες πολιτικές. Αυτή η αδυναμία εμφανίσθηκε για δυο λόγους. Πρώτον, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αντιμετώπισε πολιτική εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στα συντηρητικά μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου όσο αφορά τη πορεία εκδημοκρατισμού και τη Κυπριακή κρίση. Δεύτερο, το Σύνταγμα του 1975 έδωσε περισσότερες εξουσίες στο Κοινοβούλιο σε σχέση με τη εκτελεστική εξουσία [executive].  Στη κατεύθυνση της αλλαγής προς τη Δημοκρατία, ο Καραμανλής και το συντηρητικό πολιτικό κόμμα του, η Νέα Δημοκρατία, προσπάθησε να υιοθετήσει κάποιες λαϊκίστικες πολιτικές σχετικά με τη κατάσταση στη Κύπρο για να κατευνάσει και να ηρεμήσει τους αντιπάλους, κυρίως τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον ηγέτη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης έδειξε την αδυναμία της Κυβέρνησης Καραμανλή. Μέσα σε λίγους μήνες αφότου έγινε Πρωθυπουργός, ο Καραμανλής υιοθέτησε μια ισχυρή στάση αναφορικά με τη κρίση στη Κύπρο. Διακήρυξε ανοικτά, εν αντιθέσει με τα προηγούμενα πιστεύω του, ότι η Κυβέρνηση του θα υπεράσπιζε τα Ελληνικά εθνικά συμφέροντα στη περιοχή. Επίσης, η απόσυρση της Ελλάδας από το στρατιωτικό κλάδο του ΝΑΤΟ ήταν μέρος αυτής της λαϊκίστικης πολιτικής.
 
Τελικά, η θεωρητική φιλολογία που είναι αφιερωμένη στην εσωτερική πολιτική ανάδυση νέων εσωτερικών πρωταγωνιστών συμπληρώνει την εικόνα της συμπεριφοράς της Ελλάδας διαρκούσης της κρίσης στη Κύπρο. Διαρκούσης της πορείας εκδημοκρατισμού, νέοι εσωτερικοί κοινωνικοπολιτικοί πρωταγωνιστές, όπως τα πολιτικά κόμματα, τα ΜΜΕ, και ποικίλες ομάδες συμφερόντων, αναδύονται στη πολιτική σκηνή και συμμετέχουν στην νέα πολιτική πορεία, συχνά προωθώντας νέες ιδεολογικές προσεγγίσεις και συνεισφέροντας σε έντονη πολιτική πόλωση. Η ακραία ιδεολογική πόλωση μπορεί να γίνει ένα ξίφος με διπλή κόψη με σεβασμό στη, ισχυροποίηση. Από τη μια, αυτό μπορεί να προάγει ατομική κοινωνικοπολιτική οργανωτική ανάπτυξη και αναγνώριση και από εδώ σταθεροποίηση μέσω αισθημάτων αλληλεγγύης. Από την άλλη, η κοινωνικοπολιτική πόλωση μπορεί να εντείνει και ακόμη και να ριζοσπαστικοποιήσει στις καινούργιες δημοκρατίες και πιθανό να προκαλέσει συστημική ένταση.
 
Ιστορικές αποδείξεις δείχνουν έντονα ότι, αντί να ωθούνται οι κυβερνήσεις σε δημοκρατική δράση, αυτοί οι καινούργιοι πρωταγωνιστές πιέζουν χαρακτηριστικά την εκτελεστική εξουσία να υιοθετεί λαϊκίστικες πολιτικές. Τέτοιου είδους συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει στην υιοθέτηση επιθετικής πολιτικής σε καιρό κρίσης. Το πολιτικο-ιστορικό παράδειγμα της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας επεξηγεί καθαρά αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό φαινόμενο. Και στις δυο χώρες η καινούργια εποχή της κοινωνικοπολιτικής ελευθερίας επέτρεψε στα ΜΜΕ και στις ποικίλες ομάδες συμφερόντων να πιέσουν την αντίστοιχη κυβέρνηση τους να υιοθετήσει περισσότερο επιθετική εξωτερική πολιτική για να «λύσει» το ζήτημα της Ουγγρικής μειονότητας. Σαν αποτέλεσμα, η πορεία εκδημοκρατισμού στην Ουγγαρία και στη Ρουμανία οδήγησε τις χώρες στην εμπλοκή μιας συγκρουσιακής πολιτικής−το ακριβώς αντίθετο αυτού που κάποιος θα υπέθετε από τη δημοκρατική υπόθεση ειρήνης. Όταν κάποιος εφαρμόσει αυτή τη θεωρητική φιλολογία στη μελέτη της Ελληνικής υπόθεσης, γίνεται φανερό ότι οι καινούργιοι αναδυθέντες εσωτερικοί πρωταγωνιστές, τέτοιοι όπως η Εκκλησία, τα Σοσιαλιστικά και Κομμουνιστικά κόμματα, τα ΜΜΕ, οι ομάδες συμφερόντων, πίεσαν τη Κυβέρνηση να υιοθετήσει μια συγκρουσιακή πολιτική εναντίον της Τουρκίας.
 
             Εν συντομία, η κατάρρευση του απολυταρχισμού στην Ελλάδα, δεν επέβαλλε άμεσα μια δυνατή εκτελεστική εξουσία ικανή να υπερασπίσει τις εσωτερικές αξίες και τα πιστεύω κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η κρίση του 1974 στη Κύπρο πίεσε τη νεοεγκαθιδρυμένη Κυβέρνηση του Καραμανλή, τους πολιτικούς συμμάχους της και τους αντιπολιτευόμενους την να πάρει ισχυρότερη αντίδραση εναντίον της Τουρκίας. Μερικά τμήματα της κοινωνικοπολιτικής ελίτ πίστευαν ότι μια στρατιωτική νίκη πάνω στο Τουρκικό στρατό μπορούσε να αποδείξει ότι η Ελλάδα δεν παραδίδει τα εθνικά συμφέροντα της. Το Ελληνικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα παρατηρούσε και μετέφραζε τη αναβίωση της Τουρκικής επιθετικότητας σα μια σοβαρή απειλή για την επιβίωση του Ελληνικού κράτους−έθνους. Η Ελλάδα ήθελε να επιβάλλει μια Ελληνική Ειρήνη στη θάλασσα του Αιγαίου και στη Κύπρο και η Τουρκική Κυβέρνηση ήθελε να διασφαλίσει μια Τουρκική Ειρήνη. Και οι δυο γεωστρατηγικές πολιτικές ήταν αμοιβαία αποκλειστικές. Είναι φανερό ότι η πορεία εκδημοκρατισμού στην Ελλάδα απέτυχε να προάγει μια ειρηνική στάση. Και στις δυο χώρες η αυξανόμενη ελευθερία του Τύπου πολύ από τον οποίο [Τύπο] ήταν σύμμαχος σε ποικίλα πολιτικά κόμματα, πίεσαν για ένα πόλεμο ανάμεσα στα δυο Κρατημένη. Έτσι, στην υπόθεση της Ελλάδας, η πορεία εκδημοκρατισμού παρακίνησε τη Κυβέρνηση Καραμανλή να εκτελέσει [execute] μια επιθετική εξωτερική πολιτική και έφερε την Ελληνική Κυβέρνηση στο χείλος του πολέμου πάνω από το νησί της Κύπρου ενάντια στη Τουρκία, ένα Νατοϊκό σύμμαχο και μια συνάδελφη [fellow] δημοκρατική χώρα. Στη περίπτωση της Τουρκίας, η πορεία εκδημοκρατισμού πίεσε την Άγκυρα να εμπλακεί σε μια σοβαρή διαμάχη με την Ελλάδα που οφείλεται στη σύγκρουση για τον έλεγχο της Κύπρου και την υπόλοιπη θάλασσα του Αιγαίου.