Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ

Γεννήθηκε το 1951 στο Ματσούκι Αιτωλοακαρνανίας και κατάγεται από ποντιακή προσφυγική οικογένεια.

Το 1961, θύμα της έντονης παιδικής του περιέργειας, χάνει το φως του, από έκρηξη χειροβομβίδας και πρώιμα και προχρονολογημένα καλείται να λάβει αποφάσεις που σχεδόν όλοι οι άνθρωποι καλούνται να λάβουν σε μεγαλύτερη ηλικία. Πρέπει να αποφασίσει ποιο δρόμο θα επιλέξει στη ζωή του. Το δρόμο της υποταγής στο μοιραίο, στη μοιρολατρία και στην απραξία που γεννά η απαισιοδοξία μετά από ένα τέτοιο γεγονός ή θα επιλέξει το δρόμο των συγκρούσεων, των ρήξεων και των ανατροπών με τα τείχη του ρατσισμού, του αποκλεισμού και των προκαταλήψεων;

Δεν παραιτήθηκε. Σταθερά, αντισυμβατικά κι αποφασιστικά, με πυξίδα τη δύναμη της αισιοδοξίας και όπλα την ακαταμάχητη θέληση του και την ακράδαντη εμμονή, επιμονή και το πυρακτωμένο πείσμα του, ανοίγει νέους ορίζοντες με στοχεύσεις και σκοπεύσεις μια κοινωνία ανθρωποκεντρική χωρίς ρατσισμούς και αποκλεισμούς, μια κοινωνία αξιών και όχι των αξιωμάτων, μια κοινωνία αλληλεγγύης.
Τελειώνει το Δημοτικό και τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στις Σχολές Τυφλών Θεσσαλονίκης και Αθήνας και συνεχίζει τις σπουδές του στο εξατάξιο Παπαστράτειο Γυμνάσιο Αγρινίου.

Πολιτικοποιείται πρώιμα και από τα μαθητικά του χρόνια ακόμη, συνειδητοποιεί τις αιτίες που περιθωριοποιούν τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, ταυτίζοντάς τα με την ανικανότητα και την αντιπαραγωγικότητα. Είναι το γεγονός που τον επαναστατεί.

Στη συνέχεια εισάγεται με τις Πανελλήνιες Εξετάσεις στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία και τελειώνει με εξαιρετικές επιδόσεις στο Συνταγματικό και Διοικητικό Δίκαιο το 1979 (Βραβείο Αριστούχων Ιδρύματος Στασινόπουλου) και ξεκινά να εργάζεται ως Δικηγόρος.

Το 1974 συμμετέχει ενεργά στους αγώνες του Φοιτητικού και Λαϊκού κινήματος για ψωμί, παιδεία, ελευθερία.

Το 1975 εκλέγεται στο Δ.Σ. του Συλλόγου των Αιτωλοακαρνάνων φοιτητών και αναπτύσσει έντονη δράση στο Νομό γύρω από τα κοινωνικά και αγροτικά προβλήματα της περιοχής
Το 1976-1981 ηγείται της κοινωνικής εξέγερσης των τυφλών της Ελλάδας για μόρφωση, ψωμί, δουλειά και όχι ζητιανιά, για κατοχύρωση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Συγκρούεται με τους αντιδραστικούς κατεστημένους μηχανισμούς του κράτους, της εκκλησίας και των διαχειριστών της φιλανθρωπίας και διώκεται ακόμη και με το Νόμο 4000.

Για την κοινωνική του δράση τιμήθηκε πολλές φορές από ελληνικούς και διεθνής φορείς μεταξύ των οποίων το ίδρυμα Μ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τη Λέσχη Υγείας της Ευρώπης το 1995, ως ο Έλληνας με τη μεγαλύτερη κοινωνική δράση εκείνης της χρονιάς. Το 1998 εγγράφεται στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου.

Το 1995 ανακηρύσσεται, από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών.
Έχει αρθρογραφήσει, δεκάδες φορές, στον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο.

Έχει εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε Διεθνή Επιστημονικά Συνέδρια.

Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου έχει εκδώσει το επιστημονικό σύγγραμμα του με θέμα: «Το Δικαίωμα στη Διαφορά».

Την 28-12-2006 η Ακαδημία Αθηνών στην πανηγυρική ετήσια συνεδρία απονομής των βραβείων της, τον συμπεριέλαβε στα δύο πολιτικά πρόσωπα που βράβευσε για το έτος 2006 (ο έτερος είναι ο Μανώλης Γλέζος), αναγνωρίζοντας την σημαντική πολιτική και κοινωνική του συμβολή μέσα από τους κοινωνικούς του αγώνες των τελευταίων 30 χρόνων, για την οικοδόμηση στην Ελλάδα ενός σύγχρονου αποφασιστικού και αποτελεσματικού κοινωνικού κράτους, για μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι παντρεμένος με την Βιολόγο- Μικροβιολόγο, ερευνήτρια του κέντρου ‘’Δημόκριτος’’, Ελένη Κωτσοπούλου και έχει αποκτήσει δύο παιδιά την Κατερίνα και το Λευτέρη.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ
η απορρυθμιση του συστηματοσ πρωτοβαθμιασ φροντιδασ

Η ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή του νομοσχεδίου για τον ΕΟΠΥΥ αποκαλύφθηκε ότι η κυβέρνηση δεν αγωνιά για το πώς θα μπορέσει η συντεταγμένη πολιτεία να εξασφαλίσει τις ίδιες προϋποθέσεις περίθαλψης σε κάθε πολίτη ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική του κατάσταση, αλλά για το πώς θα ικανοποιήσει τις επιταγές της τρόικας για συρρίκνωση του δημοσίου τομέα.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πραγματικό βάθρο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας με προοπτική, ποιοτικά χαρακτηριστικά και μακροπρόθεσμα οικονομικά αποτελέσματα που μπορεί να υποστηρίξουν την επιβίωση και ανάπτυξή του. Στο επίκεντρο της νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης δεν βρέθηκε η αναβάθμιση, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα της πρωτοβάθμιας φροντίδας αλλά η εξυπηρέτηση μνημονιακών και δημοσιονομικών στόχων.

Όταν επιχειρείς να χτίσεις την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας χωρίς έναν πραγματικό και πιστοποιημένο υγειονομικό χάρτη, που θα προσδιορίζει τουλάχιστον κατά υγειονομική περιφέρεια τα επιδημιολογικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, θα συνυπολογίζει τα γεωγραφικά και συγκοινωνιακά δεδομένα, τις οικονομικές και ιδίως τις κοινωνικές παραμέτρους και θα επιτρέπει την αξιολόγηση δομών και προσώπων, είναι βέβαιο ότι επιχειρείς στο κενό.

Όταν επιχειρείς να δομήσεις μια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας χωρίς να ορίσεις το κόστος λειτουργίας της με βάση τα ως άνω, προκειμένου να περιγράψεις την αναγκαία στελέχωση και τις απαραίτητες δομές ανά ποσοστό πληθυσμού, τότε η πρότασή σου στερείται στοιχειώδους αξιοπιστίας.  Χαρακτηριστικό δείγμα προχειρότητας, αδιαφάνειας και βεβαίως υποβάθμισης του ρόλου του Κοινοβουλίου είναι και το γεγονός ότι πολλά σημαντικά ζητήματα δεν καθορίζονται στο νόμο, αλλά παραπέμπονται σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις.

Τέλος, ένα νέο σύστημα που δεν λαμβάνει υπόψη στον σχεδιασμό του τη νέα, τραγική πραγματικότητα που αφορά τα 3 εκατομμύρια νεοανασφάλιστους συμπολίτες μας, είναι ένα σύστημα εγκληματικά ελλειμματικό. Όταν καταθέτεις ένα σχέδιο νόμου χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς να ορίζεις το μοντέλο, τη στελέχωση και τις αναγκαίες υποδομές, που θα ήταν αποτέλεσμα και του υγειονομικού χάρτη αλλά και της οικονομικής σου δυνατότητας, τότε είναι βέβαιο ότι πλέεις αμέριμνος στα αχαρτογράφητα νερά της εξελισσόμενης ανθρωπιστικής κρίσης με πυξίδα τις ιδιοτελείς απαιτήσεις των δανειστών.

Με τη σημερινή κατάσταση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, όπως έχει μορφοποιηθεί, είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί κανείς να είναι ικανοποιημένος. Ωστόσο, το υφιστάμενο πλαίσιο διέπει τις ζωές 6.000 γιατρών και χιλιάδων ακόμα λοιπού προσωπικού, για τους οποίους απαιτείται να υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο, προκειμένου όσοι θέλουν να αποχωρήσουν με αξιοπρέπεια. Άλλωστε, οι μεταρρυθμίσεις που πέτυχαν πάντοτε λάμβαναν υπόψη τις εκάστοτε πραγματικές συνθήκες. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί μια ικανοποιητική μεταβατική περίοδος, κατά την οποία οι υπάρχοντες γιατροί καθίστανται πλήρους απασχόλησης και, αφού διακοπεί η σύμβαση του κράτους με το ιδιωτικό τους ιατρείο και αφού κριθούν από τα αρμόδια όργανα του ΕΣΥ και υποχρεωθούν να εκτελούν στον χώρο του ΕΣΥ όλες τις ιατρικές πράξεις που προβλέπει η ειδικότητά τους, τότε εφόσον το επιθυμούν περνούν στο καθεστώς της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια διαβάθμιση που προβλέπει το ΕΣΥ.

Μια τέτοια πρόβλεψη δεν εξυπηρετεί μόνο το ως άνω ιατρικό και λοιπό δυναμικό, αλλά και την ίδια τη μεταρρύθμιση, αφού εξασφαλίζει ότι το σύστημα θα στελεχώνεται από επαρκές και έμπειρο προσωπικό μέχρι να προετοιμαστούν τα νέα ιατρικά στελέχη πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Επίσης, η ανωτέρω μεταβατική διάταξη θα αναγνωρίζει την προσφορά των γιατρών που επί δεκαετίες υπηρετούν την ΠΦΥ σε όλη την επικράτεια. Άλλωστε ακόμη και σε πρόσφατη ημερίδα του υπουργείου Υγείας και της Task Force επισημάνθηκε, όπως και στην έκθεση Σουλιώτη, ότι η επιχειρούμενη αλλαγή στην ΠΦΥ πρέπει να περιέχει επιμέρους βήματα και μεταβατικές διατάξεις, γιατί σε όσα κράτη έχει επιχειρηθεί, όπως στη Γερμανία, η εφαρμογή της ολοκληρώθηκε σε διάστημα δεκαετίας.

Μια σύγχρονη και αναγκαία μεταρρύθμιση στον χώρο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας απαιτεί μια συνολικότερη προσέγγιση, που θα υπακούει στον σωστό σχεδιασμό, θα υποστηρίζεται επιστημονικά και οικονομικά, θα είναι προϊόν διαλόγου που θα εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, θα προβλέπει μηχανισμούς πρόληψης και θα εμπεριέχει διαδικασίες μέτρησης ποιοτικών και οικονομικών αποτελεσμάτων. Ακόμη μια προϋπόθεση για την επιτυχή υλοποίησή της είναι και η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας.

Όμως το πιο κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί όσον αφορά την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση είναι ποια είναι η πολιτική προτεραιότητα που θα εξασφαλίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις υλοποίησής της. Η στόχευση της νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης έγινε φανερή από το πρώτο άρθρο του σχεδίου νόμου, όπου αναφέρεται ότι «το κράτος μεριμνά και εγγυάται την παροχή υπηρεσιών υγείας». Ο ιδρυτικός νόμος του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 1983 έλεγε ότι το κράτος «έχει την ευθύνη» για την υγεία των πολιτών. Η διατύπωση αυτή αντικαταστάθηκε επί κυβέρνησης Μητσοτάκη με τη λέξη «μεριμνά», αλλά το ΠΑΣΟΚ το 1994 αποκατέστησε τη λέξη «ευθύνη». Σήμερα επανέρχεται ο ανώδυνος όρος «μέριμνα». Η εμμονή σε αυτή την ορολογία προδίδει και την ιδεολογική αντίληψη της κυβέρνησης. Αποδεσμευμένη από την ευθύνη για την υγεία των πολιτών, θα είναι πλέον ελεύθερη να ικανοποιεί πρωτίστως τις επιδιώξεις της τρόικας για συρρίκνωση του Δημοσίου, μετακυλίοντας στον ιδιωτικό τομέα την υποχρέωσή της για παροχή υπηρεσιών υγείας με όρους αγοράς και επιπρόσθετη, βεβαίως, επιβάρυνση των ασθενών.