Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

new-Deal ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Επιλογές θεμάτων και άξιων προσοχής άρθρων από την συντακτική ομάδα του new-Deal
«η ανατολη» τησ βικτορια χισλοπ

«Η ΑΝΑΤΟΛΗ» ΤΗΣ ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

Της María Guadalupe Flores Liera

Τέλειωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Η Ανατολή» της Βικτόρια Χίσλοπ με λύπη για το χρόνο που του αφιέρωσα. Συγχρόνως, ένοιωθα δυσφορία για την πεποίθηση ότι η συγγραφέας ή δεν σέβεται τους αναγνώστες της -που μετρούν ήδη εκατομμύρια- ή τους θεωρεί πρότυπα αφέλειας. Το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε την εμφάνισή του πριν από δυο χρόνια συνοδευόμενο από μια αξιοσημείωτη δημοσιογραφική κάλυψη.

Στις αμέτρητες συνεντεύξεις που παραχώρησε η συγγραφέας δήλωσε πως πολλοί Άγγλοι αναγνώστες δεν έχουν ιδέα για την Αμμόχωστο και ότι αποφάσισε να γράψει γι αυτήν ακριβώς τον καιρό που το Κυπριακό ξαναμπήκε στην επικαιρότητα με την έναρξη του τελευταίου κύκλου των συνομιλιών, που συνέπεσε με την 40η μαύρη επέτειο από την στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στο νησί το 1974. Το πλαίσιο φαίνεται παραήταν δελεαστικό για τη δημοφιλή μυθιστοριογράφο. Έτσι ξεκίνησε, καθώς είπε, μια σε «βάθος έρευνα». Αμέσως μετά προχώρησε στην συγγραφή της Ανατολής με την πρόθεση να μυθοποιήσει το αποτέλεσμα της έρευνας της και να παρουσιάσει τις απόψεις της «αντικειμενικά, προσπαθώντας να καλύψει όλες τις πλευρές». Κάτι που στο μυθιστόρημά της απλώς δεν συμβαίνει, όπως μπόρεσαν να διαπιστώσουν εύκολα πολλοί Έλληνες και Κύπριοι αναγνώστες, μια που το έργο αυτό κυκλοφόρησε αμέσως στα Ελληνικά.

Μόλις ολοκληρώνει κανείς την ανάγνωση του ογκώδους βιβλίου της για την Κύπρο δεν μπορεί παρά να αναπολήσει τον συμπατριώτη της Λώρενς Ντάρελ και τα περιβόητα Πικρολέμονα του.

Πάνω στα θεμέλια του η Χίσλοπ οικοδομεί την υποτιθέμενη μυθοπλασία της και ξεκινά την αφήγηση της δήθεν σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου εκεί που σταμάτησε ο άλλος. Για άλλη μια φορά ένας (ή μια) Άγγλος(-ίδα) δημοσιογράφος που δηλώνει ερωτευμένος με τον Ελληνισμό και με τον ευρωπαϊκό νότο, με την ζεστασιά των ανθρώπων, τον ήλιο, την συγκλονιστική τους ιστορία, και την ένταση που δεν του προσφέρει η θορυβώδης, εθιμοτυπική και γκρίζα χώρα του, αναλαμβάνει το έργο της ενημέρωσης και της διαμόρφωσης της αγγλόφωνης κοινής γνώμης σε θέματα που αφορούν άμεσα την πατρίδα του. Στο τέλος η πατρίδα του βγαίνει ασπροπρόσωπη και άντε τώρα οι Έλληνες να τρέξουν να μαζέψουν τα σπασμένα.

Η Χίσλοπ χρησιμοποιεί την ίδια τακτική (αναφέρομαι συγκεκριμένα στην Ανατολή και την Κύπρο σύμφωνα με τις δικές της δηλώσεις): Επισκέπτεται επανειλημμένα την χώρα που «έχει ερωτευτεί», ενίοτε εγκαθίσταται εκεί, πιάνει φιλίες, παίρνει αμέτρητες συνεντεύξεις, παίρνει σημειώσεις για το καθετί, ακόμα και για τα συνθήματα στους τοίχους· ρωτά για την κάθε λέξη που αγνοεί, γιατί την ίδια στιγμή που μαθαίνει τα μυστικά των απλών κατοίκων της πόλης μαθαίνει και την γλώσσα τους· φωτογραφίζει, ερευνά, συναντά παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, δέχεται προσκλήσεις και κεράσματα, γιατί την ενδιαφέρουν οι γεύσεις και τα χρώματα. Στο τέλος προσφέρει ένα αποτέλεσμα που αγνοεί ή που παραλείπει εσκεμμένα την εκδοχή που θα μπορούσε να μεταφέρει καλύτερα ένα κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνικού λαού. Εξ αρχής δεν ταυτίζεται με αυτή τη ματιά. Στην Ανατολή η Χίσλοπ ξεκινά την αφήγησή της προσφέροντας μια εικόνα της παλιάς οχυρωμένης Αμμοχώστου, πλημμυρισμένης από τουρίστες, στην οποία ξεχωρίζει το μεγαλόπρεπο κτήριο που κάποτε υπήρξε καθεδρικός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο «μα τώρα πια ήταν τέμενος» (σ. 13), έτσι συνοψίζει και σβήνει αιώνες Ελληνισμού και χριστιανισμού. Με τον ίδιο τρόπο κάνει μια ιστορική περίληψη ─δυο γραμμές─ που σταματά με την άφιξη των Οθωμανών. Ύστερα περιγράφει το φρούριο σχεδιασμένο ώστε να αποθαρρύνει τους επίδοξους εισβολείς. Μέσα, θα πει αργότερα, «κατοικούσαν κυρίως Τουρκοκύπριοι» (σ. 24).

Η ίδια συνταγή, ο ίδιος σκοπός: Και η Χίσλοπ σκαλίζει συνεχώς σε ιστορικές πληγές και χαράζει νοητικά στρατόπεδα. Αφηγείται αποσπασματικά ή επιλεκτικά, χωρίς να προσφέρει άλλα στοιχεία από εκείνα που εξυπηρετούν τις προθέσεις της.

Ποδηγετεί τους αναγνώστες και, τελικά, προσφέρει σε χρυσή πιατέλα άλλοθι στους Τούρκους εισβολείς, χωρίς να καταστήσει σαφές ότι το Κυπριακό είναι θέμα εισβολής, κατοχής, επιβολής ξένων σχεδίων, εποικισμού και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των νόμιμων κατοίκων του νησιού. Απεναντίας, στο λογοτέχνημά της αποφαίνεται ότι η βία δημιουργεί δίκαιο και ότι οι αποδιωγμένοι ιδιοκτήτες των υπό τουρκική κατοχή περιοχών χάνουν δικαιώματα. Και το χειρότερο, στρέφει το δάκτυλό της εναντίων του Ελληνοκυπριακού λαού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι «τα θέλατε, τα πάθατε».

Κι αυτό γιατί επιλέγει να διηγηθεί την πιο δραματική περίοδο του νησιού από τη σκοπιά των χουντικών και των πραξικοπηματιών Ελλαδιτών και Κύπριων που παρέσυραν την Κύπρο στην τραγωδία. Το γεγονός ότι επικεντρώνει το πόνημά της στην απόλυτη απομυθοποίηση των αγώνων του κυπριακού λαού και την δαιμονοποίηση όλων των Ελλήνων κινεί πολλές υποψίες. Διότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα προϊόν της φαντασίας της Χίσλοπ αλλά με μια άκρως μεροληπτική αφήγηση χωρίς ιδιαίτερη αξία.

Η δραματική και βασανιστική ιστορία της Κύπρου είναι απλώς ένα πλαίσιο παραποίησης που βοηθά την Αγγλίδα συγγραφέα έτσι ώστε να δημιουργήσει τη δική της εκδοχή των γεγονότων, επικεντρώνοντας τη ματιά της σε επιλεγμένα και μεμονωμένα περιστατικά για να επιτύχει τη δημιουργία εντυπώσεων. Δεν ήταν όλοι οι Έλληνες πραξικοπηματίες ή χουντικοί στην αιματηρή επταετία. Η Χίσλοπ «ξεχνά» τα βασανιστήρια, τους διωγμούς, τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εξόριστους, τους θανάτους, την αντίσταση. Δεν ήταν όλοι οι Κύπριοι πραξικοπηματίες, ούτε ενωτικοί ή ρατσιστές. Τα «λάθη» των λίγων τα πληρώνουν ακόμα όλοι οι Κύπριοι. Γιατί πίσω υπήρχαν και υπάρχουν πολλά συμφέροντα για τα οποία η Χίσλοπ δεν κάνει καμία αναφορά. Και πίσω από αυτά τα συμφέροντα κρύβεται και η αγγλική πολιτική σκοπιμότητα, την οποία αποσιωπά. Αν ήθελε να πληροφορήσει τους συμπατριώτες της και κατ’ επέκταση κάθε ενδιαφερόμενο για κεφάλαια της ιστορίας που τους αφορούν και πιθανώς δεν διδάσκονται, έπρεπε να τολμήσει να μπήξει το μαχαίρι ως το κόκαλο και να γράψει γι αυτά που της διηγήθηκαν τίμια, για να μαθαίνουν οι δικοί της ότι τα κατάλοιπα της βρετανικής αυτοκρατορίας, τα συμφέροντά της, οι μυστικές υπηρεσίες της δημιούργησαν το Κυπριακό.

Η ιστορία της Χίσλοπ καλύπτει τους μήνες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος από την ελληνική χούντα και τους συνεργάτες της στην Κύπρο εναντίον του προέδρου και αρχιεπισκόπου Μακαρίου και της εισβολής και κατοχής του 38% του νησιού από το τουρκικό στρατό, που μετρά 42 χρόνια κιόλας, και που είχε ως αποτέλεσμα τη διχοτόμηση της χώρας. Όλα αυτά όμως όπως συνέβησαν κατά τη γνώμη της γιατί, σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, η χώρα ήταν ήδη de facto διχοτομημένη από τους κατοίκους του νησιού, με ευθύνη των Ε/Κ, και η εισβολή απλώς επισφράγισε μια προαναγγελθείσα συνολική θέληση. H συγγραφέας από την αρχή χωρίζει τα βασικά πρόσωπα σε δυο κατηγορίες: Ήρωες και αντιήρωες. Σπάνια αναφέρεται σε Κύπριους αλλά σε Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Εξ αρχής υπάρχει ένας διαχωρισμός, υπάρχουν η σύγκριση, η αντίθεση, η αντιπαράθεση, η διχογνωμία, η εναντιολογία, η διαφωνία και ούτω καθ’ εξής. Δημιουργεί έτσι μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα της Χίσλοπ οι Τ/Κ ήταν απλοί παρατηρητές των γεγονότων, ιστορικά θύματα της παραφροσύνης τον Ε/Κ, παθητικά όντα που ακόμα και μετά την εισβολή, εγκαταστημένοι στις περιοχές υπό κατοχή, συνεχίζουν να υποφέρουν από το πείσμα των Ε/Κ να μην τους αναγνωρίσουν δικαιώματα.

Ο ρόλος του κακού Τούρκου βαραίνει αποκλειστικά και μόνο τους εισβολείς στρατιώτες. Είτε επιτίθενται στους Τ/Κ, είτε τρώγονται μεταξύ τους -κι αυτό συμβαίνει ασταμάτητα σύμφωνα με το μυθιστόρημα- οι εκάστοτε αντιπαλότητές των Ε/Κ εμβαθύνουν τις αντιπαραθέσεις και την καχυποψία σε ολόκληρο το πληθυσμό. Με δική τους ευθύνη υποβόσκει ένας εμφύλιος πόλεμος. Απαντά η συγγραφέας: «Δεν είναι πολιτικό το βιβλίο μου». Όμως εσκεμμένα παραβλέπει γεγονότα και πράγματα που έχουν τεράστια πολιτική σημασία. Κι όταν πια έχει ολοκληρωθεί η τουρκική στρατιωτική εισβολή και έχει χαραχτεί από τους Βρετανούς (!!!) η διαχωριστική πράσινη γραμμή και οι άνθρωποι βρίσκονται στην προσφυγιά, διαβάζουμε με έκπληξη την προφητεία του «Σάββα Παπακώστα», ως απάντηση στην ερώτηση της γυναίκας του Αφροδίτης: «Και με την Αμμόχωστο τι γίνεται;»: «Α, μην ανησυχείς γι’ αυτό. Θα την πάρουμε σίγουρα πίσω την Αμμόχωστο. Όχι όμως την Κερύνεια» (σ. 296) Όσο για το μυθιστόρημα της ως λογοτεχνικό κατασκεύασμα πρόκειται για ένα αμφίβολης ποιότητας πονηρό προϊόν.

Προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες εξιδανίκευσης των ηρώων που εκπροσωπούν τον Τ/Κ πληθυσμό της Κύπρου, μετατρέπει την αφήγηση σε «καπέλο μάγου» και δίνει βλακώδες λύσεις στα αδιέξοδα που προκάλεσε η ίδια.

Πιθανώς όμως δεν πρόκειται για λάθη, αλλά για τεχνάσματα που βοηθούν ώστε να ενισχύσει τον ισχυρισμό της ότι πρόκειται για μια αθώα μυθοπλασία. Οι αντίθετες προς τη λογική λύσεις της αποπροσανατολίζουν από την ουσία της αφήγησης, προκαλούν χαμόγελο, αν όχι γέλιο, και συμπάθεια εκεί που το θέλει και ενισχύουν τις προθέσεις της να γέρνει η πλάστιγγα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Έτσι όπως ο Ντάρελ αποκάλεσε τους Κύπριους «ένα μάτσο Cyps, ημιμαθείς χωριάτες, αρκετά βλάκες», έρχεται η Χίσλοπ και τους δίνει την χαριστική βολή: Τους θεωρεί βίαιους και προδότες. Γιατί δεν κάνει παρά να αντιγράψει την γλώσσα της πιο αισχρής ανθελληνικής προπαγάνδας που επικρατούσε και τότε.

Το ανησυχητικό με τα βιβλία αυτού του είδους είναι ότι επιτυγχάνουν πάντα το στόχο τους. Αυτό που κάνει συνειδητά η συγγραφέας της Ανατολής είναι να καλλιεργεί αισθήματα εθνικής ενοχής στους Ελληνοκύπριους και να τάσσεται απερίφραστα με την πλευρά που ευνοεί την κατάσταση που επιβλήθηκε με την τουρκική εισβολή. Ο Jim Browman, ένας μελετητής και εκπαιδευτικός, όπως δηλώνει, που πέρασε αρκετά χρόνια στην Τουρκία, στα κατεχόμενα και στην ελεύθερη Κύπρο δουλεύοντας σε προγράμματα που έχουν σχέση με την εφαρμογή πολιτιστικών και εκπαιδευτικών σχεδίων φτιαγμένα από το Υπουργείο Παιδείας των Ηνωμένων Πολιτειών (σ. 41), στην άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη του Narrated travel and rhetorical Tropes: Producing “The Turk” in the travel” (2009) -που ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να διαβάσει στο διαδίκτυο-, λέει για τα Πικρολέμονα του Ντάρελ το εξής: Ότι η φήμη που απέκτησε ο συγγραφέας τοποθέτησε αυτό το ταξιδιωτικό βιβλίου στο χάρτη και ότι για κάθε συγγραφέα ταξιδιωτικών οδηγών ή ταξιδιωτικών βιβλίων η άλλου είδους μελέτης για την Κύπρο αποτελεί αναπόφευκτο σημείο αναφοράς. Όσοι επιθυμούν να ασχοληθούν με την Κύπρο, λέει, ξεκινούν από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου[1] (Βλ. σ. 32).

Σε λίγο θα τους βλέπετε όλους με το μυθιστόρημα της Χίσλοπ υπό μάλης!!! Λίγες σελίδες μετά, ενώ σχολιάζει τα δύο εκατομμύρια αντίτυπα που είχαν πωληθεί μέχρι το 2009 από τα Πικρολέμονα και έχουν καταστήσει το βιβλίο «a popular memoir», ο Browman γράφει ότι «εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι αναγνώστες φαντάζονται την Κύπρο και το τοπίο της». Και εν συνεχεία παραθέτει το εξής παράδειγμα για να γίνουν περισσότερο κατανοητοί οι ισχυρισμοί του: «Ο Αυστραλός διπλωμάτης Alexander Downer, ο πιο πρόσφατος διαπραγματευτής των Ηνωμένων Εθνών, διορισμένος το καλοκαίρι του 2008 για να δουλέψει στην Κύπρο, ανέλαβε τα καθήκοντα του ως ένας θαυμαστής του γραπτού έργου του Ντάρελ, συμπεριλαμβανόμενα και τα Πικρολέμονα» (σ. 48).[2] Στην επίσημη ιστοσελίδα της η Χίσλοπ δηλώνει δημοσιογράφος ειδικευμένη στα ταξιδιωτικά άρθρα. Αρθρογραφεί στις βρετανικές συντηρητικές εφημερίδες Sunday Telegraph, Mail on Sunday και Daily Telegraph. Η ευθύνη είναι τεράστια και όφειλε να συνεχίσει την έρευνά της ώστε να καλύψει και την άλλη πλευρά των εμπλεκόμενων στην τραγωδία που περιγράφει με τον μεροληπτικό τρόπο της, δηλαδή τον Ε/Κ πληθυσμό που δεν είχε σχέση με τους πραξικοπηματίες, που δεν τους στήριζε και ούτε καν συμμερίζονταν τις απόψεις τους. Αλλά σταμάτησε φαίνεται να ψάχνει στοιχεία ίσως επειδή έπρεπε να προλάβει μην τελειώσει η χρονολογική συγκυρία που επιδιώκει ο κάθε επιτυχημένος μπεστσελερίστας. Για αυτό και δεν υπάρχει αντίλογος.

Πρόκειται για μια αποτελεσματική τακτική της βρετανικής αποικιοκρατίας και, γενικά, για μια ένδειξη των μεθόδων της κάθε παντοδυναμίας που γνωρίζει πώς να ωθεί να συμφέροντά της. Η προώθηση «λογοτεχνικών έργων» σε αυτές τις περιπτώσεις προετοιμάζει την κοινή γνώμη και συγκαλύπτει συγκεκριμένες προθέσεις και απώτερους σκοπούς. Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση της Κύπρου με τα Πικρολέμονα του Λώρενς Ντάρελ και επαναλαμβάνεται τώρα με την Ανατολή της Βικτόρια Χίσλοπ που διοχετεύουν πολιτικές σκοπιμότητες κάτω από την ομπρέλα του «φιλελληνισμού».

Ίσως τελικά οι Κύπριοι θα πρέπει να ευχαριστήσουν αυτά τα φαρμακωμένα δώρα από τους Άγγλους φίλους τους. Γιατί, αν μη τι άλλο, καταθέτουν απερίφραστα την εικόνα που έχουν σχηματίσει γι αυτούς και αποδεικνύουν για πιο λόγο κάθε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού βαλτώνει. Και δεν εννοούμε ότι ένας συγγραφέας δεν πρέπει να γράφει ελεύθερα γι αυτό που πιστεύει. Κάθε άλλο, οφείλει να το κάνει. Αρκεί να καταθέτει τη μαρτυρία του με αδιάψευστα στοιχεία. Να εξυπηρετεί την ανάγκη του να εκφραστεί κι όχι κίβδηλα συμφέροντα. Τέλος, να γράφει γι αυτά που γνωρίζει.

[Victoria Hislop, Η Ανατολή (μετάφραση της Αναστασίας Καλλιοντζή), εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα, 2014, 467 σ.] [1] «The author’s literary fame keeps Bitter Lemons on the map, and just about every subsequent travel writer, guidebook, and cultural commentator seems obliged to mention it. Carries literary interest, especially for Durrell scholars; very well-known memoir consistently recommended for Cyprus study and travel.»

[2] «Australian diplomat Alexander Downer, the most recent UN negotiator appointed in the summer of 2008 to work in Cyprus, comes to his position as an admirer of Durrell’ s writing, including Bitter Lemons […]. It would hardly be difficult to imagine him up for his Cyprus assignment by taking another look al Durrell’ s Cyprus.»

Το άρθρο δημοσιευεται στο www. mignatiou.com