Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
διανοουμενοι και ακροδεξια: πωσ οι ευσεβεισ ποθοι  καλλιεργουν το αυγο του φιδιου

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ: ΠΩΣ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΝ ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Η επιβεβαίωση της ακατάσχετης ανόδου των ακροδεξιών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη κι ιδαίτερα στον τόπο μας, έχει οδηγήσει τους πάντες να επιδωθούν ξανά σε μία ανάλυση των αιτίων που έχουν δημιουργήσει και παγιώσει  μέσα στην κοινωνία τούτην την επικίνδυνη τάση. Οι εξηγήσεις που προσφέρονται κινούνται γι’ άλλη μία φορά στα όρια του προφανούς: η οικονομική κρίση, η ψήφος διαμαρτυρίας, η ανεργία, η περιθωριοποίηση, η σαγήνη της ναζιστικού τύπου προπαγάνδας κλπ. Μολαταύτα, φαίνεται πως από τις αναλύσεις τούτες διαφεύγουν κάποιες σημαντικές παράγωγες, που εξηγούν το πως και το γιατί παρ’ όλην την ισχύ των παραπάνω συνιστωσών, η ακροδεξιά νοοτροπία μοιάζει να έχει εγκατασταθεί για τα καλά στις συνειδήσεις ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος. Τούτο, φευ, αποδεικνύει κι ίσαμε τώρα ούτε καν ακροθιγώς το έχουμε ψηλαφίσει στις αναλύσεις μας, πως είναι η νοοτροπία  αυτή τρόπον τινά έμπεδη στη συνείδηση πολλών Ελλήνων. Κι εκείνο που δεν έχουμε επαρκώς θίξει είναι η μεγάλη ευθύνη των διανοουμένων στη δημιουργία και την καλλιέργεια μίας νοοτροπίας, που ευνοεί την ανάπτυξη μίας ακροδεξιού τύπου εθνικιστικής αντίληψης και στην υποδοχή  κι αποδοχή μίας ολιγαρχικής ιδέας για την διακυβέρνηση της χώρας από μίας sui generis ελίτ.

Αρχικά, θα ήταν ορθό να παραδεχθούμε πως η μεταπολεμική Δεξιά στην Ελλάδα, όπως ιστορικά διαμορφώθηκε μέσα από τις συνθήκες του Εμφυλίου Πολέμου και δώθε, δεν είχε ποτέ τα χαρακτηριστικά που διείπαν τις δεξιές παρατάξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η διάκριση Δεξιάς-Ακροδεξιάς (υπό τη μορφή που αυτό είχε λάβει, πχ στη Γαλλία, με τους γκωλικούς, τους κεντρώους δεξιούς, και τους Εθνικιστές, ή στην Ιταλία με τους Χριστιανοδημοκράτες και το νεοφασιστικό MSI, στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ (τουλάχιστον με τόσο σαφείς όρους. Στους κόλπους των ενίοτε δεξιών παρατάξεων συστρατεύονταν οι μετριοπαθείς, οι θιασώτες του Καραμανλή της ΕΡΕ, η πεφωτισμένη δεξιά των Κανελόπουλου και Τσάτσου, ή απλώς οι αντικομμουνιστές (ακόμη και με φιλοσοσιαλίζουσες απόψεις, πχ Καρτάλης) με τους φιλοβασιλικούς, τους Χήτες, τους πρώην δωσιλόγους.

Τούτη η σύμπραξη, που διατηρήθηκε και στη δομή κι ύπαρξη της Νέας Δημοκρατίας, υπέθαλψε τις ακραίες θέσεις που είχαν καλλιεργηθεί στη νοοτροπία κι ιδεολογία της παράταξης από τα ’60.

Γεγονότα ιστορικά, όπως η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ, το ’89, το Μακεδονικό, οι Πόλεμοι στα Βαλκάνια κλπ, πυροδότησαν την ανάδυση της ακραίας δεξιάς άποψης και στάσης σε διάφορες πολιτικές-κοινωνικές συγκυρίες, ιδίως υπό το πέπλο ενός δικαιολογούμενου από πλατιές κοινωνικές ομάδες εθνικισμού. Θυμόμαστε όλοι πως ο νυν πρωθυπουργός είχε εκμεταλλευθεί τον πατριωτικό παροξυσμό με την Αλβανία, τους μετανάστες, για να έλθει στο προσκήνιο με το τοτινό του κόμμα…..Η ακροδεξιά επίσης ευυτύχησε να απενοχοποιηθεί μέσα από τη γραφικοτητα του Καρατζαφέρη, του Γεωργιάδη, άλλων μελών της, ακόμη ακόμη και την επίπλαστη νηφαλιότητα του Βορίδη: Το εκλογικό σώμα των νοικοκυραίων δεξιών, ή σοσιαλψηφοφόρων δεξιών, αναρωτιώταν εάν πραγματικά η ακροδεξιά, έτσι όπως παρουσιαζόταν cum granum salis με τις γλαφυρές κορώνες των εκπροσώπων του ΛΑΟΣ, ήταν τόσο επικίνδυνη  όσο την παράσταιναν οι «θρύλοι» της αντίπαλης παράταξης….στα μάτια τους δεν ήταν….

Ας περάσουμε τώρα στην ευθύνη των διανοουμένων. Κι ως τέτοια, δεν εννοούμε τη δεδομένη και «δεδηλωμένη» σιωπή τους, επί πολλά χρόνια, για την πιθανότητα να αναδειχθεί ένα ρατσιστικό, ή νεοναζιστικό κνημα μέσα από έναν αδιαμφισβήτητο εθνικισμό, χιλιαστικού (millenaristic) τύπου, του περιούσιου λαού. Ως ευθύνη τους εννοούμε τη λελογισμένη καλλιέργεια του μύθου αυτού με ποικίλους τρόπους.

Ιδιαίτερη ευθύνη φέρουν εκείνοι οι ιδεολόγοι διανοούμενοι που κάποτε μαθήτευσαν στους χώρους της Αριστεράς—καθώς τότε το επίτασσε η μόδα της πολιτικής—φέροντας ωστόσο μέσα τους τις απόψεις περί ενότητας Βυζαντίου και Νεώτερης Ελλάδος με τον σοσιαλισμό, συμφύροντας την θρησκευτική ηθική με την πολιτική αντίληψη περί των ηθικών κανόνων και των δικαιωμάτων.

Εντοπίζοντάς τους, συζητούμε γι’ αρκετούς διανοούμενους που έπλασαν το κίνημα τον Νεο-ορθόδοξων αριστερών. Αυτούς, που εξαιτίας ότι ο λόγος τους, διανθισμένος με τα αρχαιοελληνικά τσιτάτα, τις βυζαντινές δοξολογίες, που αναδείκνυαν τη «μοναδικότητα» και την «πνευματικότητα» του ελληνικού πολιτισμού, που μέλλει να μεγαλουργήσει έναντι των εξωνημένων Φράγκων, γοργά έγιναν τα αγαπημένα και προβεβλημένα παιδιά του Τύπου και των Μέσων, διότι προσέφεραν απέναντι στην φλυαρία των πολιτικών που φιλοξενούσαν το αντίβαρο του «σκεπτόμενου» για το «καλό της πατρίδας» και τη «φώτιση των πολιτών» στοχαστή και καθηγητή.

Από συστάσεώς του, το Ελληνικό κράτος γαλούχησε τα κοινωνικά του υποκείμενα (ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξεως), μέσω των διαφόρων ιδεολογημάτων (αλυτρωτισμός, Μεγαλοϊδεατισμός, απειλούμενη (Νέο)-ορθοδοξία, πνευματικότητα της Ανατολής έναντι της αλλοτριωμένης Δύσης)μ και τους εμφύσησε την ιδέα της «ιδίας τους ετερότητας»/ «ιδιαιτερότητας», με υπόβαθρο την (καπηλευμένη από τους νεώτερους) ανωτερότητας λόγω κληρονομημένου παρελθόντος από τους άλλους λαούς—το παράδειγμα του «ανάδελφου έθνους» είναι ενδεικτικό. Η διαφορετικότητα τούτη ορίσθηκε όχι μόνον απέναντι στους αλλόπιστους Τούρκους, αλλά και στους ομόδοξους Σλάβους, όπως επίσης επεκτάθηκε και στους ετερόδοξους Δυτικούς «Κουτόφραγκους». Η ελληνική ορθοδοξία εξυψώθηκε κι αναδείχθηκε σε μία «απρόσβλητη» από εξελικτικά στοιχεία, δογματική κι εθνική συνάμα, αυθεντία, χωρίς συνάψεις με άλλες θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, ενώ ουδέποτε διαπνεόταν από διάθεση ανεξιθρησκίας κι ανεκτικότητας: είχε πάντοτε μισαλλόδοξο χαρακτήρα και είχε διαπλάσει μία αντίστοιχη ιστορική εικόνα. Οι διάφοροι πόλεμοι (Βαλκανικοί, Ελληνοτουρκικός), το πώς αντιμετωπίζονται οι εκάστοτε μειονότητες (Μουσουλμάνοι, Βλάχοι) οι τοπικισμοί ακόμη-ακόμη κι οι υπόνοιες για επιμειξίες, είχαν περιβληθεί πάντοτε από κάποιον μισαλλόδοξο χαρακτήρα.

Οι «εθνικοί» διανοούμενοι, που οι συνθήκες συχνά τους έφεραν να ταυτίζονται με πολεμοχαρείς (υπό την ευρεία έννοια) περιόδους της ιστορίας του ελληνικού κράτους, επικούρησαν κι υπέθαλψαν τούτη τη μισαλλόδοξη ανωτερότητα.

Η αντίληψή τους περί ανωτερότητας λόγω της παράδοσης και της πνευματικότητας, που διέπει τον λόγο τους, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως    ένας  “διαφοροποιός ρατσισμός» (racisme differentialiste) κατά την ορολογία που εισήγαγε ο P.A.Tanguieff. Γι’ αυτούς η “κουλτούρα δύναται να ταυτισθεί με τη φύση: για παράδειγμα, η τόσο πολύ προβαλλόμενη “πνευματικότητα”που προσφέρει η Ορθοδοξία στον Έλληνα, τον κατατάσσει σε ανώτερη βαθμίδα σκέψης, άρα εξέλιξης, από οποιονδήποτε, ενστικτώδη κατά βάση κι απεκδεδυμένο από αξίες, που αυτές καθοδηγούν τη σκέψη –κατά τη γνωστή διχοτομία αξίες/δεδομένα, αξιοκρατίας/εμπειρισμού, στο corpus της φιλοσοφίας

Η ανάκρουση που προκάλεσε η ιδέα μίας ευρωπαϊκής ενοποίησης, οικοδομημένης πάνω στη βάση της σύμπραξης μεγαλύτερων (οικονομικά και πληθυσμιακά) κρατών με μικρώτερα, κι όχι μεταξύ Εθνών με την ιστορική τους σημασία, σε συνδυασμό με τα τραγικά γεγονότα στη Βαλκανική, αύξησε την αντίθεση των ενθαδικών διανοουμένων και την παλλινόστησή τους στην ρωμαντική εικόνα του “πεπολιτισμένου γενετικά από το παρελθόν του” και πνευματικά ανώτερου Έλληνα. Μία αντίληψη νεο-Χερντεριακά εδραιωμένη στο δόγμα της συνέχειας και διάσωσης χάρη στην Ορθοδοξία και τη γλώσσα, την ταυτότητα. Παραβλέποντας την πληθυσμιακή διακριτότητα και τον εδραίο τοπικισμό της ελληνικής κοινωνίας, οικοδομήθηκε η ψευδαίσθηση για μία “ομοιογένεια” (Gleichschaltung)πληθυσμιακή και μία προσυπογεγραμμένη εξάρτηση από μία Υψηλή Κουλτούρα—σχεδόν και με τα ίδια χαρακτηριστικά που φέρει ο Ανώτερος Πολιτισμός που επικαλείται η Χρυσή Αυγή. Άλλωστε από την ίδια δεξαμενή του παπαρρηγοπούλιου μοντέλου της παράδοσης και του πολιτισμού αρρύουν αμφότεροι τα επιχειρήματά τους. Τούτη η, εγγενής, Υψηλή Κουλτούρα (HochKultur) φέρεται να είναι εκείνη που διαφοροποιεί ριζικά κι εξυψώνει την ελληνική ταυτότητα έναντι των «πνευματικώς υπανάπτυκτων», ή «ακρωτηριασμένων» ταυτοτικά κι εθνικά άλλων λαών. Προτάσσεται δε και το «ανήκειν» σε έναν ομογενή, «ενιαίο και πατροπαράδοτο τόπο», αναλλοίωτο στον χαρακτήρα και τα σύνορα (τρόπον τινά εκείνα τα σύνορα που διεκδικήθηκαν και κατακτήθηκαν από τον 19ο αιώνα και δώθε, συν τους αλύτρωτους τόπους).

Εκείνο δε, που έχει καλλιεργηθεί όλον τούτον τον καιρό είναι ένας «ρατσισμός, χωρίς ρατσισμό», που επιπλέον αρνείται την υπαγωγή του ‘ξεχωριστού’ αυτού τόπου σε μία οικονομική, πολιτιστική, ‘πνευματική’ ομοιογένεια, όπως αντιλαμβάνονται τούτοι την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Τρανό παράδειγμα, η περίπτωση του Μακεδονικού κι η επακόλουθη σύρραξη της Γιουγκοσλαβίας, που οδήγησε ακόμη και σε ακραίες επιστημονικά αναπόδεικτες θεωρίες κι υποθέσεις και περί «αίματος των Σκοπιανών». Η δε σύρραξη στην πρώην Γιουγκοσλαβία οδήγησε μάλιστα κι ορισμένους διανοουμένους να κάνουν λόγο για έναν πόλεμο που εξαπέλυσαν οι Δυτικοί και το Βατικανό κατά της Ορθοδοξίας, είδαν στην αντιπαράθεση Ουκρανίας –Ρωσίας έναν πόλεμο της Ουνίας κλπ. Εν μέρει, ορισμένοι από τούτους τους διανοουμένους –ιδίως Γαλλοτραφείς, που σε κάποιο σημείο ‘ξεστράτισαν’ προς τον εθνικισμό και τη Νέο-ορθοδοξία—με τις απόψεις τους περί διαφοράς Ανατολής-Δύσης και την «πνευματικότητα» της πρώτης έναντι της άλλης, επηρέασαν τη διαμόρφωση μίας άλογης συνείδησης, που νομοτελειακά οδηγεί στη δημιουργία μίας συγκεκριμένης συμπεριφοράς, ενός κοινωνικού ασυνείδητου που ρέπει προς σ’ έναν «μετα-ρατσισμό» κι εν τέλει προσανατολίζεται ακόμη και στην ιδέα για την «φυλετική ανωτερότητα» του ελληνικού παράγοντα.

Μέσα σε τούτο το πλαίσιο θα πρέπει να δωθεί δέουσα σημασία και στην ευθύνη του «ανθρωπολογικού πολιτισμισμού» (anthropological culturalism), στον οποίον ανατρέχουν συχνά κι υπογραμμίζουν κεκαλυμμένα πολλοί εξ αυτών.

Ένα άλλο ενδεικτικό σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι η διάπλαση, συνήθης, σε τέτοιες περιπτώσεις του  εκάστοτε “καταστατικού μύθου” περί Γένους, φυλής, μεταφυσικής κι ιδεολογικής ιδιαιτερότητας ακόμη και του τόπου διαβίωσης ενός λαού, είναι και  το κυρίαρχο αισθητικό-ιδεολογικό πρότυπο, εκλεκτιστικής κι ιδιότυπης μορφής (και κάποιες φορές, ανάλογα και με το προσωπικό όραμα του διανοουμένου, ιδιόρρυθμης) πάνω στο οποίο έχουν βασίσει την ‘ διαλεκτική τους οι αυτόκλητοι τούτοι οραματιστές. Επιτρέψτε μας να προσπεράσουμε, ως αυτονόητη κι ως τέτοια περιττόλογη, όποια περαιτέρω αναφορά μας στην αναπόσπαστη αναπόληση στο κλέος της Αρχαίας Ελλάδας και στη “λαμπρότητα” του Βυζαντίου—το κυρίαρχο ιδεολόγημα της συνέχειας, με την αντίληψη περί του Νεοελληνικού κράτους ως κατόχου της σκυτάλης από τους προγόνους, που γαλούχησε κι εξακολουθεί να καλαναρχεί την ιδεολογική συνείδηση του λαού με μεταφυσικό κι άλογο τρόπο. Εννοείτε πως με τίποτε στον κόσμο, ακόμη κι η σημερινή συνειδητοποίηση της υποτέλειας και της μηδαμινής σημασίας που χαίρει η Ελλάδα στην παγκόσμια πολιτικο-οικονομική κονίστρα, δεν μπορεί να διασαλεύσει τούτην την αντίληψη. Η Ελλάδα, ο μύθος της, όσα κι ό,τι επισυμβούν παραμένουν ως σύμπραξη  αφηγήματος και τοπίου-τόπου να παραμένουν πολιτιστικά “ηγετικά” και ‘πρωτεύοντα” σε όλον τον κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο, που ακόμη κυρίαρχο αισθητικό και διανοητικό μοντέλο περί «Ελληνικότητας» παραμένει ακόμη και στις μέρες μας η εικόνα που είχε διαπλάσει για τη χώρα η Γενιά του ’30. Και σ’ εκείνες τις συνθήκες, μετά την καταστροφή του ’22, τούτο το ιδεολόγημα της Ελλάδος όπως την πλαστούργησε αισθητικά η Γενηά αυτή, είχε λειτουργήσει (και συνέχισε να λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις, χάριν στην κυρίαρχη θέση που απόκτησε—μέσω της ‘πολιτικής’ δικαίωσης και στερέωσης των εκπροσώπων του) λυτρωτικά και φρονηματιστικά. Σε πάμπολλες διαστάσεις του, και στη λογοτεχνία και στα εικαστικά, το συγκρητικό ιδεολόγημα της Γενιάς αυτής επιβιώνει στη θεώρηση του ελληνικού χώρου και του πολιτισμού του.

Θα φανεί οξύμωρο, αλλ’ ακόμη κι η διανόηση της Αριστεράς διαποτίσθηκε βαθιά από το ‘ελιτίστικο’ και ‘συκγρητιστικό’ τούτο μοντέλο: δεν είναι τυχαίο ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό ο αριστερός λόγος κι η αγωνιστικότητα ταυτίσθηκε με το έργο ενός….δεξιού, ή τουλάχιστον με αριστερού διανοούμενου, όπως ήταν ο Ελύτης κι όπως διηθήθηκε στη λαϊκή συνείδηση μέσα από τη μελοποίησή του από τον Θεοδωράκη. Ίδιου ποιού ήταν κι η ταύτιση των αριστερών διανοουμένων και με τον Χατζηδάκι, ή τον Κουν κλπ, δηλ με καθαρά (μεγαλο) αστούς φορείς της Υψηλής (και συχνά ελιτίστικης κουλτούρας). Με αυτούς συμπορεύθηκαν και συμμερίσθηκαν κοινά ιδεώδη, πλασμένα πάνω σε κοινά μοτίβα μίας εξωραϊσμένης κι εξιδανικευμένης νεοελληνικής κουλτούρας, που εδράζεται στη συνεχή βίωση των θραυσμάτων του αρχαιοελληνικού κλέους και για τούτο γενετικώ χαρακτήρι εξυψωμένης και δικαιωμένης. 

Η ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Στην προσπάθεια τούτη, ένα από τα βασικά εργαλεία, τόσο της πολιτικής, όσο και της ιδεολογικής «παραπλάνησης» είναι κι η, διαδεδομένη τις τελευταίες δεκαετίες, διατύπωση της θεωρίας περί «αξιοκρατίας». Όσο η δυσπιστία κι η αποδεδειγμένη έκπτωση της πολιτικής και των εκπροσώπων της διευρύνεται, τόσο κι η άποψη ότι πλέον η πολιτική θα πρέπει πλέον να ασκείται από ικανούς ανθρώπους, ή δυνατόν τεχνοκράτες, ή καταξιωμένους στον τομέα τους (επιχείρημα που κι ο Μπερλουσκόνι, ή οι Ανατολικοί ολιγάρχες όψιμοι πολιτικοί και πρόεδροι επικαλούνται κατά κόρον) κι όχι από διεφθαρμένους –συχνά από τους ίδιους τους ‘καταξιωμένους’—πολιτικούς. Η καταξίωση τούτη αποτιμάται με βάση καθαρά ‘ελιτιστικά’ χαρακτηριστικά (σπουδές, προϋπηρεσία εργασίας σε σημαντικές θέσεις και χώρους κλπ). Ο στόχος τούτης της παραπλάνησης είναι διπλός: αφ΄ενός να νομιμοποιήσει τις «ελίτ» που οργανικά συμμετέουν στην άσκηση εξουσίας από την «ολιγαρχία» των ισχυρών της οικονομίας, των τραπεζών και των αγορών και των πολιτικών κυβερνώντων. Μέσα από τούτη την διαδικασία προάγουν την «αυτοαναίρεση» των λοιπών τάξεων από τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας, μέσα από την «αυτοπαραδοχή» της ανεπάρκειάς τους και την εκχώρηση της διακυβέρνησης και των αποφάσεων που αφορούν ακόμη κι αυτούς στους «επαΐοντες» (ιδίως τώρα, που πλέον η διακυβέρνηση των κρατών είναι καθαρά οικονομική κι όχι νομοεκτελεστική).

Αφ’ ετέρου, η πλάνη τούτη σ’ ιδεολογικό επίπεδο διαπλάθει την πεποίθηση πως ο εκάστοτε «περιούσιος» λαός ανήκει στην ελίτ εκείνη των λαών/κρατών που όλα τους αξίζουν και τους επιτρέπονται ‘κληρονομικώ δικαιώματι’. Εν ενί λόγω, διότι ανήκουν στην αφρόκρεμα, στους εκλεκτούς. Κάτι που συνιστά εν πολλοίς και το επιχείρημα-ιδεολόγημα της ακροδεξιάς, που όχι μόνον το οικειοποιείται για να προβάλλει την εικόνα της, αλλά και προκειμένου να στρατολογήσει τα στελέχη της. Οι εν τοις πράγμασιν περιθωριοποιημένοι κοινωνικά, εργασιακά, πολιτισμικά, οπαδοί τους πείθονται πως μέσα από τούτην τη συμμετοχή τους στις συμμορίες της παράταξης, δεν είναι πλέον απόκληροι, ανήκουν σε μία ευρύτερη ομάδα ‘πεφωτισμένων’, είναι μέλη ενός προνομιούχου αξιακού συστήματος, με αξιοκρατικό μαλιστα τρόπο καθώς η αξιολόγησή τους δεν βασίζεται σε ειδικού τύπου κριτήρια και ειδοποιές ικανότητες, όπως η εκπαίδευση, ο τύπος εργασίας τους κλπ. Πλέον  για την ανάδειξή τους είναι επαρκή κριτήρια που ο καθένας μπορεί να καλλιεργήσει δίχως πολύ κόπο.

Όπως, δίκαια, διαπιστώνει η Τζούλια Κρίστεβα (Etrangèrs à nous mêmes), η αφορμή του προβλήματος ίσως να δύναται να εντοπισθεί στην ανατροπή του νεωτερικού ατομισμού, αφ’ ης στιγμής ο πολίτης-άτομο παύει να θεωρεί εμαυτόν ως ενιαία κι ένδοξη (glorieux) μονάδα, αλλά–λόγω των συνθηκών που συγκυριακά καλείται ν’ αντιμετωπίσει– ανακαλύπτει τις ασυνέχειες και τα ερέβη του, τις προσωπικές του κι ενδόμυχες «ετερότητες», που τα εκάστοτε βιοτικά ζητήματα αναζωπυρώνουν.

 Δεν είναι πλέον, τόσο, η υποδοχή του ‘ξένου’ στο εσωτερικό ενός συστήματος που τον ακυρώνει, αλλά η συγκατοίκηση με ξένους που τους παραχωρείται το δικαίωμα του «Είναι» , δηλ. να υπάρχουν ως ισομερή μέλη της κοινωνίας (πχ οι μουσουλμάνοι να έχουν ένα τζαμί, ή τα παιδιά τους να πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο, να τους επιτρέπεται να μην κάνουν προσευχή, ή να παρακολουθούν τα θρησκευτικά κ.ο.κ).

Επίσης, θα πρέπει να επισημάνουμε πως με βάση και την ιδέα για την “αυταπόδεικτη” πνευματική ανωτερότητα του Έλληνα, δημιουργείται επιπλέον ένα πρόβλημα για την αποδοχή ενός ξένου που δεν είναι διανοούμενος, καλλιεργημένος, αλλά επίσης κι εγγράμματος, αλλά ένας φτωχός μετανάστης-εργάτης. Εν γένει, οι διανοούμενοι όποτε μιλούν για κάποιον ξένο έχουν στο μυαλό τους έναν ιδανικό τύπο, έναν συνομιλητή στο δικό τους επίπεδο, διότι κατά βάση κάνουν λόγο για την ‘κουλτούρα’ της χώρας αναχώρησης, παραβλέποντας τη ‘σωματική’, βιολογική, και κατ’ επέκταση ‘οντολογική’ υπόσταση του προσώπου καθ’ αυτού. Δεν απευθύνονται, όπως έχει αποδείξει κι η αντίστροφη εμπειρία της μαζικής μετανάστευσης  προς τη Δύση, δεν έχει σημασία πούθε προέρχεσαι—εάν η χώρα σου έχει σημαντικά δικά της πολιτιστικά επιτεύγματα—αλλά πως σε αντιλαμβάνεται ο άλλος στην καθημερινότητά του. Ο ρατσισμός του φτωχού, του ‘αναλφάβητου’ είναι εξίσου ισχυρός με τον φυλετικό ρατσισμό.

Τα προσόντα που πλέον απαιτούνται είναι πολύ απλά: αρκεί να ‘κτίσεις’ το σώμα σου, να επιδεικνύεις θράσος και μίσος, αυταπάρνηση μέσα στην ομάδα—δεν είναι οι σπουδές, ή οι τρόποι το προαπαιτούμενο. Τούτη είναι κι η σύνθεση του εκλογικού σώματος της ακροδεξιάς: από νοικοκυραίους, που ήδη από την εποχή της ενιαίας δεξιάς αισθάνονταν οργανικά συνδεδεμένοι με μία ‘ελίτ’ από εκλεκτούς που προτάσσουν πάνω απ’ όλα την πατρίδα και τα εθνικά ιδεώδη κι από συμμορίτες που αναζητούν «αξία» προσωπική μέσω του ανήκειν και «κράτος» (εξουσία).