Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Ο Μανόλης είναι Κοινωνιολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας. Γεννήθηκε το 1962 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από το 1981 έως το 1989 σπούδασε οικονομικά, κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο PHILLIPS του MARBURG Δ. Γερμανίας όπου και αποφοίτησε με πολύ καλό βαθμό. Σπούδασε παράλληλα εθνολογία και οικονομική ιστορία. Από το 1989 και μετά εργάστηκε στον τομέα του κοινωνικού τουρισμού . Κατά το διάστημα 1995-2000 δίδασκε στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο του Δήμου Marburg. Από το 2001 έγινε επιστημονικός συνεργάτης στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Marburg για δύο διαφορετικά εξάμηνα και εισήχθη στο τμήμα διδακτορικών του ομώνυμου πανεπιστημίου. Διετέλεσε Γραμματέας της κίνησης αλλοδαπών φοιτητών ULA και υπήρξε μέλος της αντιπροσωπείας αλλοδαπών στην σύγκλητο του ομώνυμου πανεπιστημίου. Από το 2003 έως το 2004 παρέδιδε μαθήματα πάνω σε ζητήματα δημόσιας διοίκησης και πολιτικής οικονομίας στο ιδιωτικό φροντιστήριο στο Ηράκλειο Κρήτης. Παράλληλα αποφοίτησε από το μεταπτυχιακό τμήμα πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σήμερα ο Μανόλης είναι ελεύθερος συγγραφέας και ερευνητής του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης
ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ
για την νομιμοποιηση τησ πολιτικησ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η ορθολογική προσέγγιση των κοινών συμβαδίζει ασφαλώς με το  συμπέρασμα  ότι οι κρίσεις οποιασδήποτε μορφής  δεν αποτελούν αποκύημα της φύσης ή κάποιας θεϊκής προστακτικής αλλά είναι αδήριτο αποτέλεσμα κάποιων συλλογικών ανθρώπινων επιλογών και αποφάσεων.Ακριβώς σε αυτό το πνεύμα των συλλογικών αποφάσεων και στην θέσπιση αντίστοιχων κανόνων και διαδικασιών έγκειται το φάσμα της σύγχρονης πολιτικής στον βαθμό που της αποδίδουμε δημοκρατικό και όχι απολυταρχικό πρόσημο. Θεσμικές διαδικασίες λοιπόν που εμφορούνται από δημοκρατικό πνεύμα επιχειρούν να σπάσουν εκείνες τις προϋποθέσεις που παράγουν τις λεγόμενες ολιγαρχίες . 

Στα σύγχρονα πολιτεύματα κατά μια διαπίστωση του  Ρόμπερτ Μίχελς, οι άνθρωποι δεν διαφοροποιούνται  ανάμεσα σε αυτούς που γεννήθηκαν  για να διατάζουν και σε εκείνους που γεννήθηκαν  για να υπακούν, αλλά ανάμεσα σε εκείνους που μαθαίνουν να διατάζουν και σε αυτούς που συνηθίζουν να υπακούν. Η Δημοκρατία επομένως περιέχει μια διάσταση της εκμάθησης , του εκπολιτισμού της κοινωνικοποίησης αξιών. Αυτή η διάσταση ωστόσο δεν περιορίζεται στην εκμάθηση της υπακοής και της  ηγεσίας αλλά απαιτεί και την εκμάθηση συμμετοχής, την εκμάθηση  άσκησης ελέγχων , την επιβολή αντίβαρων και το ξεδίπλωμα  του ύψιστου δυνατού ελεύθερου  λόγου. Με άλλα λόγια οι δημοκρατικοί θεσμοί επενδύονται με συλλογικές  αξίες.

Στον βαθμό που παραμορφώνονται αυτές οι συλλογικές  τάσεις και αξίες   μπορούμε να μιλήσουμε για μια κρίση της δημοκρατίας η μια κρίση νομιμοποίησης.. Η κρίση νομιμοποίησης της δημοκρατίας θέτει υπό αμφισβήτηση ένα σύνολο κανόνων , διαδικασιών και θεσμών. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης. Στην θέση της παλιάς βεβαιότητας που προσέφεραν οι καθιερωμένες δομές δημοκρατικής διεκπεραίωσης, εμφανίζονται στην δίνη της οικονομικής κρίσης νέες σκιώδης δομές , παράδοξες  διαδικασίες , νέοι αμφίσημοι πολιτικοί δρώντες.. Εν τέλει αυξάνεται διεθνώς  η πολιτική αβεβαιότητα και η πεσιμιστική προσέγγιση του μέλλοντος , μειώνεται η εμπιστοσύνη απέναντι στα κατεστημένα πολιτικά σχήματα,  τα δημόσια εργαλεία πολιτικής., τους δημόσιους θεσμούς. Η κρίση μεγέθυνε με άλλα λόγια το χάσμα μεταξύ προσδοκιών και πραγματικότητας, μια διαδικασία  που ονομάζεται  κρίση δημοκρατίας.

Η απογοήτευση και η μείωση των προσδοκιών συνοδεύεται μεταξύ άλλων, «με καταλυτικές ατομικές και συλλογικές αρνητικές αξιολογήσεις – δικαιολογημένες ή μη – των πολιτών για το πολιτικό σύστημα …και αυτό οδηγεί σε ακραίες επιλογές. Ουσιαστικά η αποτυχία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος λειτουργεί ως ένας μηχανισμός επανακοινωνικοποίησης των πολιτών με παράπλευρη απώλεια τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την οργανωτική δομή που το ίδιο το σύστημα υπονόμευσε».

Ειδικότερα για την χώρα μας αυτή κρίση νομιμοποίησης καταλαμβάνει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι οι πολιτικές δυνάμεις στην χώρα μας αναλώνονται με χίλια δύο ζητήματα  χωρίς δεν θέτουν μια σαφή  προτεραιότητα η οποία θα μπορούσε να δώσει λύσεις σε αυτήν την δύσκολή συγκυρία.   Μια τέτοια προτεραιότητα θα μπορούσε να είναι  η ίδια η ουσία  δημοκρατίας. 

Δεν αναφέρομαι στις διαδικαστικές πτυχές ή στην αλληλοεξουδετέρωση των εξουσιών και στην αλληλοεμπλοκή αρμοδιοτήτων. Ούτε αναφέρομαι στην έλλειψη προβλεψιμότητας που είναι καθοριστικός  παράγοντας στην χώρα μας.  Αναφέρομαι πιο πολύ  σε μια ενδεχομενική, εξελεικτική  διάσταση    δημοκρατίας όπως  ετέθη από την Αρουνττάτι Ρόι με το ερώτημα «υπάρχει ζωή μετά την δημοκρατία ; Και τι είδους ζωή θα είναι αυτή»  .Ειδικότερα Η Ρόι δεν διερωτάται για την  δημοκρατία  ως  ιδανικό η ως επιδίωξη αλλά ως «εν λειτουργία δημοκρατικό μοντέλο» , με την έννοια των ποικίλων εκδοχών  της Δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας  που υφίστανται σήμερα.

«Το ερώτημα για την ζωή μετά την δημοκρατία απευθύνεται σε κείνους από εμάς που ήδη ζουν σε δημοκρατίες η σε χώρες που υποτίθεται ότι είναι δημοκρατικές . Και το ερώτημα δεν τίθεται ως εισήγηση για μια στροφή σε παλιά , χρεοκοπημένα μοντέλα ολοκληρωτικής η απολυταρχικής διακυβέρνησης , τίθεται ως εισήγηση για κάποιες απαραίτητες δομικές προσαρμογές του συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας -υπερβολικά πολλή αντιπροσώπευση , υπερβολικά λίγη δημοκρατία».

Στην Ελλάδα κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει απαντήσει επί της ουσίας και όχι με σχηματικές εκφράσεις   και φανφάρες πώς φαντάζεται την σύγχρονη δημοκρατία. Το πολιτικό προσωπικό αυτής της χώρας ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης νομίζει ότι μπορεί έτσι απλά να συνεχίσει με τις υπάρχουσες πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις χωρίς να προβεί σε ουσιαστικές τομές.  Ακόμα και στον προοδευτικό χώρο αντί να επικρατεί  το ερώτημα  «τι θέλουμε» , επικρατεί η άρνηση και το πολύ  μια αφηρημένη διάθεση για εξέγερση. 

Το χειρότερο από όλα είναι ότι σε αυτήν την απροσδιόριστη διάθεση για εξέγερση  «τσιμπάει» το εκλογικό σώμα και ορισμένοι μάλιστα πιστεύουν αυτά που λέγονται στον τετριμμένο πολιτικό διάλογο. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν μπορούμε  παρά να θεωρήσουμε την σημερινή διακυβέρνηση  παρά αποτέλεσμα μίας συλλογικής επιλογής. Εκ πρώτης όψεως η επιλογή αυτή είχε πράγματι έναν ορθολογικό χαρακτήρα με την έννοια ότι  επενδύθηκε σε αυτήν  από τον λαό η ελπίδα της ασφαλούς εξόδου από την κρίση.

Υπό αυτή την έννοια η παρούσα κυβέρνηση αντλούσε έως πρόσφατα έναν ορισμένο βαθμό  νομιμοποίησης ο οποίος είχε να κάνει με την επιθυμία για σταθερότητα. Η νομιμοποίηση αυτή ωστόσο σήμερα διαβρώνεται επικίνδυνα . Αυτό οφείλεται αφενός στην ραγδαία πτώση  του βιοτικού επιπέδου που συνόδεψε την δημοσιονομική προσαρμογή και αφετέρου  στο γεγονός ότι  η κυβερνητική συμπαράταξη αντί να συγκροτήσει συνθήκες ενός εύτακτου  κράτους  επένδυσε  όλο και  περισσότερο σε αυταρχικές δημοκρατικές πρακτικές όπως έδειξαν ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο  έκλεισε η  ΕΡΤ,  τα προεδρικά διατάγματα και οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.  

Από την άλλη πλευρά το ζήτημα της Δημοκρατίας είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής, πράγμα που πολλές κυβερνήσεις, όντας θύμα ενός συνδρόμου λιτότητας συχνά παραβλέπουν.

Η νομιμοποίηση άλλωστε του κράτους  εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικό είναι σε θέση  να παρέχει δημόσια αγαθά στους υπηκόους του. «Τα άτομα προσδοκούν από το κράτος να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να τους προσφέρει δίκτυ κοινωνικής ασφάλειας. Όποια κι αν είναι τα ελαττώματά του, όποιες κι αν είναι οι αρετές του ιδιωτικού τομέα, καμία άλλη δομή εκτός από το κράτος δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει στους πολίτες τα βασικά δημόσια αγαθά».

Το άνωθεν επιχείρημα αντιτίθεται προφανώς με την ακολουθούμενη πολιτική της ύφεσης χωρίς  κάποιο σοβαρό πρόγραμμα δημόσιων δαπανών και ενίσχυσης της ζήτησης.   Η συγκυβέρνηση  στην Ελλάδα έμεινε αποκλειστικά εγκλωβισμένη στα αναχρονιστικό εγχείρημα των περικοπών υπό τον τίτλο της εξυγίανσης  και δεν πρόβαλε διόλου  πολιτικές που συνδύαζαν την οικονομική ανάπτυξη , την κοινωνική συνοχή , την κοινωνική  ασφάλεια . Αποτέλεσμα υπήρξε ένα σαφές πολιτικό στίγμα , η διεύρυνση των κοινωνικών συμμαχιών στα άκρα του πολιτικού συστήματος  και τελικά η  άνοδο των λεγόμενων  ασύμβατων πολιτικών πόλων.

Οι  έντονες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της κρίσης ( απολύσεις, έκρηξη της ανεργίας, πτώση της αγοραστικής δύναμης , κλείσιμο επιχειρήσεων, νέα φτώχεια  αυτοκτονίες ) οδήγησαν αναμφίβολα  σε μια ριζοσπαστικότερη εκλογική συμπεριφορά.  Η κρίση ενίσχυσε τις αντισυστημικές τάσεις και ιδέες  επειδή τα καθιερωμένα κόμματα δεν είχαν να προσφέρουν έστω φαινομενικά  κάποια διέξοδο από την κρίση που θα βελτίωνε έστω εν μέρει την καθημερινότητα των πολιτών. Αντίθετα όλο το διάστημα της κρίσης δαιμονοποιήθηκαν από τους κρατούντες  οι διορθωτικές πολιτικές  όπως   η κεϋνσιανή λογική ενίσχυσης της ζήτησης μέσα από δημόσιες δαπάνες.

Μια στρατηγική δημόσιων δαπανών  σχεδιάζεται  με βάση το όφελος που αποφέρει στο κοινωνικό σύνολο (κοινωνικό όφελος) και το κόστους που συνεπάγονται γι’ αυτό (κοινωνικό κόστος). Από τις δημόσιες δαπάνες  απορρέουν  δημόσια αγαθά που παράγονται συνήθως από δημόσιους φορείς (π.χ. η εθνική άμυνα, υγειονομική περίθαλψη, παιδεία ,   η  εσωτερική ασφάλεια) και παρέχονται δωρεάν στα άτομα του κοινωνικού συνόλου.Η λογική των περικοπών έθεσε σε ορατό κίνδυνο όλα αυτά τα αγαθά.  Κατά μια έννοια αμφισβητήθηκε  ένας τομέας , τον οποίο η ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν καλύπτει επαρκώς .  Θα λέγαμε πως η ασφάλεια, η παιδεία και η υγεία, είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι σύστησαν, και εξακολουθούν να ανέχονται, κράτη. Όταν τα κράτη αποδομούν αυτά τα αγαθά λογικό είναι να πέφτουν σε πλήρη ανυποληψία. Κυρίως όταν ακυρώνεται το κρίσιμο μέγεθος της  δυνατότητας άσκησης κοινωνικής πολιτικής η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις εξυπηρετεί την άρση της ανισότητας και σε άλλες περιπτώσεις την  παροχή ενός διχτυού ασφαλείας για την ανακούφιση από την ακραία φτώχεια. 

Όλα όσα  λέγονται  σήμερα για την έξοδο στις αγορές και για ελπιδοφόρες προοπτικές  δεν πρόκειται να φέρουν κανένα ορατό αποτέλεσμα στην κοινωνία , όσο καιρό το κράτος δεν ενστερνιστεί εκ νέου λογική  παροχής δημοσίων αγαθών. Η επιστροφή στην ομαλότητα συνδέεται με την επιστροφή στην κοινωνία των δημοσίων αγαθών. Χωρίς αυτήν την στροφή θα αναπαράγεται και θα βαθαίνει η προϊούσα κρίση  νομιμοποίησης της πολιτικής και του κράτους.   

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Selznick Phillip : Leadership in Administration. A Sociological Interpretation

Evanston, IL: Row, Peterson, 1957

 2 Schmitter, Philippe C. (2011). “The Future of Real-Existing Democracies.”

Society and Economy , 33 (2)

 3 Γιώργος Βοσκόπουλος, Η κρίση ως πολυεπίπεδη διαδικασία επανακοινωνικοποίησης, καθολικής αμφισβήτησης και απόρριψης http://www.logiastarata.gr/2013/10/blog-post_9586.html

 4 Αρουντάτι Ρόι : Η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας. Εκδόσεις Ψυχογιός . Αθήνα 2009 

 5 Στο ίδιο

 6 Ali Wyne: Are States Still Relevant ? http://www.theglobalist.com/are-states-still-relevant/