Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017
ασυμβιβαστοσ με το ρευμα του «εκσυγχρονισμου»

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ»

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ Πρόεδρος του ΣΥΝ, λέει τη γνώμη του στο NEW DEAL

Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, το ερώτημα αν τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και το ΠΑΣΟΚ διαθέτουν σαφές πρόγραμμα, δεν έχει απαντηθεί. Η Νέα Δημοκρατία υπόσχεται «σοβαρότητα» και «υπευθυνότητα» απέναντι στην κρίση. Υπερασπίζεται δηλαδή την πολιτική που εφάρμοσε μέχρι σήμερα, μια πολιτική που ενίσχυσε σημαντικά τους οικονομικά ισχυρούς, έφερε σε εξαιρετικά δύσκολή θέση τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και βέβαια οδηγεί σε αδιέξοδο την κυβερνητική παράταξη. Ήδη η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας είναι μετεκλογική, πράγμα που δείχνει ότι η εκλογική αποτυχία, μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία του χώρου, έχει ήδη προεξοφληθεί.

 
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Παπανδρέου επιχειρεί να εκμεταλλευτεί προς όφελός του τα συσσωρευμένα προβλήματα στην οικονομία, στην αγορά εργασίας, το κοινωνικό κράτος, το περιβάλλον. Γι αυτό φροντίζει να περιγράφει αρκετά παραστατικά την σημερινή κατάσταση. Δεν λέει όμως τίποτα για τις προθέσεις του την επόμενη ημέρα των εκλογών. Η προγραμματική σαφήνεια του 2004, για ακόμα μεγαλύτερη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, για ανάθεση του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνικής ασφάλισης στον ιδιωτικό τομέα, για ολοκληρωτική εκποίηση του δημόσιου πλούτου, και για άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα ιδιωτικά συμφέροντα εμπορίας πτυχίων, οδήγησε το ΠΑΣΟΚ σε μεγάλη πολιτική φθορά. Και έτσι σήμερα ο λόγος αυτός αντικαθίσταται από αοριστολογίες για «νοικοκύρεμα», «διαβούλευση», «δίκαιη σύνταξη» και «το καλό του πολίτη». Επί της ουσίας ο κ. Παπανδρέου ζητά λευκή επιταγή, «για να δει τα θέματα μετά», πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχει να υποσχεθεί κάτι πολύ διαφορετικό, από τα πεπραγμένα της σημερινής κυβέρνησης. Ούτε βέβαια κάτι διαφορετικό από αυτά που υποσχόταν το 2004.

Για πολλά χρόνια, η Αριστερά άσκησε ολοκληρωμένη και σκληρή κριτική στο μοντέλο ανάπτυξης που οι κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Νέας Δημοκρατίας, υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα. Ένα μοντέλο που διοχέτευσε τον παραγόμενο πλούτο σε μερικές δεκάδες επιχειρήσεις, εξωθώντας το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας σε μια διαρκώς αυξανόμενη ανασφάλεια. Η άρνηση της Αριστεράς να συμβιβαστεί με τα «ρεύματα του εκσυγχρονισμού», δηλαδή με τα αφορολόγητα κέρδη των ΑΕ από τη μία και την ανασφάλιστη δουλειά των 700 ευρώ από την άλλη, χαρακτηρίστηκε ως στάση «αναχρονιστική», «οπισθοδρομική» και «παλαιοκομμουνιστική». Αλλά ακριβώς αυτό το μοντέλο ανάπτυξης είναι που πριν από λίγους μήνες οδηγήθηκε σε μια βαθειά οικονομική κρίση. Και η ανάγκη για ένα ριζικά εναλλακτικό σχέδιο, (που δεν θα αρκείται στις περικοπές των αποδοχών που καταβάλλουν στον εαυτό τους οι μάνατζερ) εκτός από πρόταση της αριστεράς είναι σήμερα και ζητούμενο από ολόκληρη την κοινωνία.

Σε μια τέτοια προοπτική, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταθέσει εδώ και καιρό τις προγραμματικές του προτάσεις για διέξοδο από την κρίση. Προτάσεις που θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα την ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδημάτων και των μικρών επιχειρήσεων, την προώθηση της σταθερής και μόνιμης απασχόλησης, την στήριξη του κοινωνικού κράτους, την προστασία των δημόσιων αγαθών και ιδιαίτερα του περιβάλλοντος. Προγραμματικές κατευθύνσεις που πέραν της αριστεράς υπερασπίζονται πλέον και όλοι οι σοβαροί οικονομολόγοι (κυρίως αυτοί που μιλάνε για λογαριασμό τους και όχι για λογαριασμό της οικονομικής εξουσίας), ως την μοναδική στρατηγική που θα βοηθήσει την κοινωνία να βγει από την κρίση και όχι να βουλιάξει ακόμα βαθύτερα μέσα σε αυτήν. Η πραγματικότητα λέει ότι οι πόροι για μια τέτοια πολιτική υπάρχουν και μάλιστα εν αφθονία. Αλλά πρέπει να δημιουργηθούν και οι κατάλληλοι κοινωνικοί συσχετισμοί.

Με αιχμή αυτές τις προτάσεις, διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ την ψήφο των πολιτών στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου. Προτάσεις τις οποίες αντιπαραθέτει στην προγραμματική αφασία των δύο μεγάλων κομμάτων, που σκόπιμα αποκρύπτουν την ημερήσια διάταξη της ερχόμενης Δευτέρας. Το μήνυμά μας, μήνυμα συσπείρωσης και αισιοδοξίας, είναι ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν αν η ίδια η κοινωνία ενισχύσει την φωνή της και διεκδικήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά της. Και αν οι μονίμως χαμένοι του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι οικονομικά αδύναμοι, οι νέοι άνθρωποι, βγουν στο προσκήνιο και πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους.